Σάββατο 14 Ιανουαρίου 2012

Υφαίνοντας τον Ονειρότοπο_ Part I: Κραυγές στο σκοτάδι.


1.
Υπολόγιζε ότι είχε να κοιμηθεί πάνω από μία ώρα εδώ και μέρες. Ούτε για αυτό δεν μπορούσε να είναι σίγουρος πια. Το μυαλό του είχε μπλέξει τις στιγμές σε έναν άλυτο κόμπο. Πότε τον πήρε ο ύπνος τελευταία φορά; Πότε μίλησε με την Άννα για το πρόβλημα του; Της είχε μιλήσει τελικά ή δεν είχε προλάβει; Είχε ζήσει την ίδια συζήτηση στο μυαλό του τόσες φορές, που του είχε γίνει βίωμα, αλλά υπήρξε πραγματικά;

Πλέον μπορούσε να είναι σίγουρος μόνο για τα απτά και αποδείξιμα. Δεν ήταν τόσα πολλά σίγουρα, αλλά ήταν η σωσίβια λέμβος, που τον κρατούσε από την άβυσσο της παραφροσύνης. Τα γένια του, για παράδειγμα, ήταν πέντε ημερών. Μια συνηθισμένη πράξη το ξύρισμα για τους φυσιολογικούς ανθρώπους. Για τον ίδιο, όμως, ένα από τα λίγα σημεία, που μπορούσε να τοποθετήσει με σιγουριά στον χάρτη του χρόνου. Ήξερε πλέον ότι αυτά τα χρονικά σημεία εξαντλούνταν απελπιστικά γρήγορα, καθώς περνούσε ο καιρός.

Αυτό τον έκανε να συνειδητοποιήσει και κάτι άλλο. Η καταλυτική εκείνη στιγμή, που έκοψε τα φρένα στην σκέψη του και τον έστειλε με φουλ γκάζια στον γκρεμό, ήταν η αφετηρία της νέας χρονικής του πραγματικότητας. Μιας πραγματικότητας τόσο αβέβαιης και δαιδαλώδους, που σύντομα θα τον κατάπινε στα έγκατα της, αν έχανε την αρχή του νήματος. Αν ξεχνούσε εκείνη την βροχερή νύχτα, που η κοπέλα στην φωτογραφία χάριζε το πιο αυθόρμητο της χαμόγελο στον φακό της φωτογραφικής του μηχανής, ώρες πριν την κραυγή. Μια διαπεραστική κραυγή, που του έκοψε το αίμα.

2.
Η έλλειψη ύπνου κάνει τα πράγματα να κινούνται γύρω σου όλο και πιο αργά. Στο σημείο που βρισκόμουν, ήταν σαν η ζωή μου να είναι ένα τεράστιο βίντεο, που κάποιος μαλάκας αποφάσισε να το βάλει σε αργή κίνηση, σαν να λάτρευε τον πόνο του να αγγίζεις ξανά και ξανά τις πληγές σε μια μωλωπισμένη ψυχή. Επώδυνα αργά. Σαν να παρατείνεις τη διαμονή σου σε ένα ερειπωμένο μοτέλ γεμάτο κοριούς και κατσαρίδες. Κόλαση!

Αυτό που με τρομάζει περισσότερο, όμως, είναι η μοναξιά της παύσης, του κενού χρόνου. Συνέβη ευτυχώς μόνο μία φορά μετά το συμβάν. Την πρώτη άργησα αρκετά να το συνειδητοποιήσω. Πρέπει να ήταν λίγο καιρό, αφότου άρχισα να προσέχω, ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Παρακολουθούσα διαρκώς τους δείκτες του ρολογιού μου και τους ένιωθα σχεδόν σε ακαμψία κάποιες φορές. Χρειάστηκε να αλλάξω μπαταρίες δυο ή τρεις φορές, προτού συνειδητοποιήσω ότι απλά είχαν αρχίσει να επιβραδύνονται, συμπαρασύροντας και την ταχύτητα των πραγμάτων γύρω μου. Ανά διαστήματα σαν να δέχονταν ένα σύντομο ηλεκτροσόκ, τους ένιωθα να επανέρχονται στην συνηθισμένη τους ροή. Ή μήπως το σοκ αυτό συνέβαινε σε μένα;

Διέσχιζα κατά μήκος την οδό Ονείρου, απορροφημένος τελείως από τους δείκτες του ρολογιού μου, ένα δώρο της Άννας ένα φθινοπωρινό βράδυ, που είχαμε βρεθεί σπίτι της. "Για να οργανώσεις καλύτερα τον χρόνο σου, γλυκέ μου, και να σταματήσεις να με στήνεις πια στα ραντεβού μας", είχε αστειευτεί. Καταραμένος χρόνος, σκέφτηκα προχωρώντας. Δεν μπορούσα να τον βάλω σε τάξη, τότε που κινούνταν κανονικά, θα τον βάλω τώρα, που έχει γαμηθεί; Και τότε κάτι άλλαξε…

Δύο κοπέλες περπατούσαν μπροστά μου σε κάποια απόσταση, απορροφημένες σε άσκοπες συζητήσεις. Νεαρές στην ηλικία και με αδιάφορο παρουσιαστικό, δεν θα μου τραβούσαν την προσοχή, αν οι συριστικές τους φωνές, δεν διέκοπταν εκνευριστικά το φλερτ μου με τους δείκτες. Ενώ το μυαλό μου ανέσυρε από την μνήμη του ένα μεγάλο κομμάτι του υβρεολόγιου μου, συνειδητοποίησα ότι το ενοχλητικό δίδυμο ετοιμαζόταν να διασχίσει απρόσεκτα τον δρόμο κάθετα, αποφασίζοντας να παραβλέψει το μεγάλο μαύρο Σεντάν, που κατευθυνόταν με φόρα πάνω τους.

Το μόνο που ακουγόταν πλέον ήταν οι παλμοί της καρδιάς μου, να χτυπάει σε ξέφρενους ρυθμούς από τον φόβο. Τότε, η εικόνα άρχισε σταδιακά να επιβραδύνεται τόσο πολύ, ώστε άρχισε να γίνεται πλέον ορατό το θολό ίχνος του διερχόμενου αυτοκινήτου σε κάθε στάδιο της κίνησης του. Οι χτύποι αραιώσαν, συνοδεύοντας ταιριαστά τον αργό ρυθμό της σκηνής. Εκείνη την ώρα, η αυξημένη αδρεναλίνη μου είχε καταφέρει επιτέλους να παγώσει την φωνή της σκέψης στο μυαλό μου και ξύπνησε μονομιάς τον μηχανισμό του ενστίκτου μου. Ξεχύθηκα στον δρόμο, προσπαθώντας να προειδοποιήσω τις κοπέλες. Ποτέ μην εμπιστεύεσαι τελικά ένα αγουροξυπνημένο ένστικτο. Οι κοπέλες πρόσεξαν το αμάξι την τελευταία στιγμή και έκαναν μισό βήμα πίσω, ώστε με μία απότομη μανούβρα να περάσει ελάχιστα εκατοστά από τον μηρό της πρώτης. Ο οδηγός όμως πανικοβλημένος, έχασε τον έλεγχο του οχήματος και φρενάροντας απότομα, ετοιμαζόταν να καρφώσει την μπροστινή προφυλακτήρα στα γόνατα μου, στέλνοντας το κρανίο μου με φόρα πάνω στο παρμπρίζ του.

Τελευταίος χτύπος, εκατοστά πριν την σύγκρουση. Όλα πάγωσαν τριγύρω. Σιωπή και μοναξιά. Συνήλθα απότομα από τον τρόμο της κίνησης, για να τρομοκρατηθώ σταδιακά από την ηρεμία της ακινησίας. Άνθρωποι γύρω ακίνητοι σε έξαλλη κατάσταση λόγω του επικείμενου ατυχήματος μου. Σαν φωτογραφία έμενε ακόμη η φοβισμένη όψη των δύο κοριτσιών: το ζαρωμένο από το φόβο πρόσωπο τους και οι τελείως διεσταλμένες κόρες των ματιών τους. Σαν κάποιος να κοίταζε κατάματα τον θάνατο και να προετοιμαζόταν σωματικά για το αποτρόπαιο θέαμα.

Σηκώθηκα και άρχισα να περνάω μέσα από τα ανθρώπινα «αγάλματα», παρατηρώντας λεπτομέρειες, που η συνεχής κίνηση δεν σου επιτρέπει να δεις, όπως τις διεσταλμένες φλέβες στον λαιμό του άμοιρου οδηγού, καθώς ετοιμαζόταν να μου κόψει το νήμα της ζωής. Και τότε συνειδητοποίησα την διάρκεια του κενού. Και αν διαρκούσε αιώνια; Τρομοκρατήθηκα. Μόνος σε ένα παγωμένο κόσμο. Ποιο το νόημα; Ένιωσα την καρδιά μου, απόλυτα σιωπηλή μέχρι τότε, να σκιρτάει ελαφρά. Τα πάντα άρχισαν να ξεκινούν νωχελικά. Έτρεξα μακριά ανακουφισμένος και με τα συγχυσμένα βλέμματα των δύο κοριτσιών να με ακολουθούν, μέχρι που χάθηκα στο πλήθος.

3.
Ο καπνός από το τσιγάρο του σαν να λιβάνιζε το άδειο δωμάτιο. Φορούσε ένα καλοσιδερωμένο μαύρο κουστούμι και μια λεπτή μαύρη γραβάτα, που έκανε έντονη αντίθεση με το λευκό του πουκάμισο. Σιχαινόταν τα καθωσπρέπει ρούχα. Σίγουρα σιχαινόταν τις γραβάτες. Της το χρώσταγε, όμως. Του είχε αγοράσει δυο τρεις σε διάφορα χρώματα μέσα στα δύο χρόνια της σχέσης τους. Πίστευε ότι έτσι ίσως τον «εκβίαζε» συναισθηματικά να τις φορέσει. Από την αρχή θυμάται πόσο προσπαθούσε να τον κάνει να ωριμάσει. Για τον ίδιο αυτό συμβόλιζε η γραβάτα. Ένα σύμβολο ότι μεγάλωσε, ότι ωρίμασε, αλλά και εντέλει ότι συμβιβάστηκε. Ο πατέρας του άρχισε να φοράει γραβάτα, όταν έπιασε εκείνη την κωλο-δουλειά στο δημόσιο, την δουλειά που ενδόμυχα τόσο μισούσε και βαριόταν. Από τότε δεν έλεγε να την αποχωριστεί, λες και αυτή θα έδειχνε το κοινωνικό του στάτους ή την σοβαρότητα του. «Παπαριές!», είχε σκεφτεί, πριν καταχωνιάσει τα δώρα της στην πίσω σκονισμένη πλευρά της ντουλάπας. Τώρα όμως ήταν διαφορετικά. Σαν να τον είχε ωριμάσει απότομα η απουσία της. Έλειπε αυτή και πλέον είχε πάψει να είναι παιδί. Το πρόβλημα ήταν ότι πλέον ένιωθε να έχει προσπεράσει μια εποχή. Ένιωθε γερασμένος χωρίς αυτή. Είχε καταντήσει ένας μίζερος ηλικιωμένος άνδρας…

Το τασάκι ήταν γεμάτο γόπες, αλλά δεν ήθελε να το αδειάσει. Ένας παράταιρος φόρος τιμής σε εκείνη. Κοιτάζοντας τις αιωρούμενες στάχτες στο λιγοστό φώς του παραθύρου, ένιωσε το στομάχι του να ανακατεύεται ξανά. Δεν μπορούσε να θυμηθεί την τελευταία φορά, που είχε φάει κάτι. Διόλου περίεργο στην κατάσταση του. Μόνο ατέλειωτα τσιγάρα και δυνατοί καφέδες. Το στομάχι του συνέχιζε το ενοχλητικό του έργο, φέρνοντας μαζί και μια αίσθηση ναυτίας για παρέα.
«Γαμώτο…», φώναξε εκνευρισμένος, «γιατί ρε Άννα;»

Ο φρέσκος αέρας του πρωινού τον βρήκε διπλωμένο στην λεκάνη της τουαλέτας. Πλέον μπορούσε να προσθέσει και ένα έντονο πιάσιμο στον αυχένα στην λίστα με τα υπόλοιπα δεινά του. Σηκώθηκε και τρικλίζοντας πήγε στο κρεβάτι. Περίεργο αλλά πλέον το ένιωθε σαν ένα κλειστοφοβικό κλουβί. Προσπάθησε να κλείσει τα μάτια του. Η φωνή στο μυαλό του δεν έλεγε να σβήσει. Σαν ένα καταραμένο ραδιόφωνο, που παίζει το ίδιο χιλιοπαιγμένο γαμωτράγουδο ξανά και ξανά. Μια ατέρμονη λούπα των όσων είχαν συμβεί το τελευταίο διάστημα. Και δεν ήταν καθόλου ευχάριστα… Προσπάθησε και πάλι να κλείσει τα μάτια του. Το κινέζικο βασανιστήριο συνεχίστηκε και τότε αποφάσισε να αφεθεί. Για άλλη μια φορά να τα μαρτυρήσει όλα. Να κατηγορήσει τον ίδιο του τον εαυτό.

«Ναι, κύριοι δικαστές, ίσως έφταιξα. Θα σας μιλήσω για όλα όσα έγιναν, μήπως βρω την άκρη. Μήπως τη φέρω πίσω.» Μα ποιον κορόιδευε; Ο μονόλογος στο μυαλό του δεν θα άλλαζε τίποτα. Ποτέ δεν του έδινε καμία λύση, παρά μόνο πόνο. Ακόμη περισσότερο πόνο. «Καταραμένη ανθρώπινη φύση.»

4.
Άνοιξα με δυσκολία τα μάτια μου. Ένας θολός χώρος. Σταδιακά κατορθώνω να εστιάσω και μπορώ πλέον να διακρίνω κάποια γνώριμα αντικείμενα. Ένας χνουδωτός καφετί αρκούδος με ένα έντονο μπεζ μπάλωμα στην ένωση του υφάσματος στην κοιλιά του. Το πρώτο δώρο μου σε αυτήν. Το αποτέλεσμα της δικής μου αργοπορίας εμφανές πλέον στον σώμα του. Η Άννα δεν φημίζονταν για την υπομονή της και ήμουν ευτυχής, που δεν το πέταξε διαλυμένο στα σκουπίδια, όταν της το πήγα για δώρο επετείου δύο ημέρες μετά την κανονική ημερομηνία μαζί με μία απολογητική κάρτα. Είχα βάλει όλο το συγγραφικό μου ταλέντο, για να πετύχω την εξιλέωση μου. Άλλωστε, και το ανέφερα στην κάρτα, έπρεπε να είχε καταλάβει μέχρι τότε, πως δεν φημιζόμουν για την καλή μου μνήμη, ιδιαίτερα σε ημερομηνίες. Ποτέ δεν κατάλαβα αν αυτή μου η αναφορά οδήγησε την κάρτα στις φλόγες του αναμένου τζακιού και ποτέ δεν είχα το κουράγιο να ρωτήσω. Ο αρκούδος τελικά επιδιορθώθηκε από μία τοπική μοδίστρα και κρατούσε πλέον συντροφιά στο μεγάλο ασημί ρολόι στο ξύλινο κομοδίνο δίπλα στο κρεβάτι.

Είχα κοιμηθεί πάλι στο σπίτι της ύστερα από ένα βράδυ γερής κραιπάλης με ποτά, τσιγάρα και ένας διάολος ξέρει τι άλλο είχαμε πάρει στο κλαμπ χτες το βράδυ. Κλασικά το κεφάλι βαρύ, αλλά αυτό που με τσάκιζε κάθε φορά ήταν το στομάχι μου. Το ένιωθα σαν θάλασσα που ανακατεύεται ασύστολα από το πλοίο της γραμμής. Μόνο που το δικό μου πλοίο αυτή τη στιγμή φάνταζε υπερωκεάνιο. Ο προσωπικός μου Τιτανικός.

Για λίγο το μυαλό μου ξεχάστηκε με αυτή τη σκέψη, γρήγορα όμως επανήλθε με κάποια καινούργια. Το συναίσθημα σήμερα έμοιαζε κάπως διαφορετικό. Η διαίσθηση μου χτυπούσε το καμπανάκι, πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Γρήγορα ο κόμπος ανέβηκε ψηλότερα από το στομάχι. Ένιωσα σαν χολή το σάλιο στο στόμα του. Αποφάσισα να σηκωθώ, να κάνω έναν γρήγορο έλεγχο, πως όλα ήταν εντάξει, και να βυθιστώ στο ζεστό κρεβάτι για την υπόλοιπη μέρα. Σκατά! Ποιον κοροϊδεύω; Ήμουν σχεδόν σίγουρος ότι τίποτε δεν θα ήταν εντάξει. Πότε πήγαινε κάτι καλά για να πάει τώρα;

Δεν χρειάστηκαν περισσότερα από τέσσερα βήματα, για να συνειδητοποιήσω πόσο δίκιο είχα. Οι γυμνές μου πατούσες υγράνθηκαν απότομα, γεγονός που έστρεψε το βλέμμα μου στο πάτωμα. «Γαμώτο!» Μια λίμνη αίματος ερχόταν από το διάδρομο. Το χέρι μου άρχισε να τρέμει. Ένιωθα κάτωχρος. Δεν θεωρούσα τον εαυτό μου θρήσκο, αλλά θα ορκιζόμουν ότι στο φοβισμένο μυαλό μου αντιλαλούσε μία θεία επίκληση. Σαν υπνωτισμένος ακολούθησα κάποια στίγματα αίματος στον δεξί πλαϊνό τοίχο του διαδρόμου. Δεν τολμούσα να κοιτάξω ξανά κάτω.

Έφτασα με δυσκολία μπροστά στην μισάνοιχτη πόρτα του μπάνιου στο τέλος του διαδρόμου. Η λαβή του χερουλιού έσταζε ανά διαστήματα κόκκινες σταγόνες στην γωνία από το λευκό χαλάκι του μπάνιου, διαταράσσοντας την μονοχρωματική αρμονία του. Πήρα βαθιά ανάσα και γράπωσα με την δεξιά παλάμη μου το χερούλι, λες και αυτό ήταν υπαίτιο για όλα αυτά. Έσπρωξα προσεκτικά την πόρτα και άρχισαν να τρίζουν οι σκουριασμένοι μεντεσέδες, δίνοντας τη δική τους μουσική πινελιά στον τρόμο του θεάματος.

5.
«Ξέρεις την Τζένη; Από πού;» ρώτησε με αυτό το πονηρό χαμόγελο, που μέσα του έκρυβε έναν αμυδρό χλευασμό.

Μία ανιαρή βραδιά ανάμεσα σε ανούσιους γνωστούς και μέτριους φίλους είχε μόλις αποκτήσει την πρώτη σπίθα ενδιαφέροντος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου