Το σπαρακτικό κλάμα ενός νεογνού, που δεν έλεγε να κοπάσει σε ένταση, δεν θα παραξένευε κανέναν. Κανείς δεν θα θεωρούσε ακόμη ασυνήθιστα τα ζεστά δάκρυα, που κυλούσαν στα μάτια των δύο στριφνών μαιών του βρωμερού παρακμιακού ιατρείου. Το γλυκό θέαμα και η ταλαιπωρία της πρόωρης γέννας θα κρίνονταν ως οι πιθανότεροι υπαίτιοι για αυτή τους την αντίδραση. Γιατί, όμως, μια απροσδιόριστη θλίψη και μία εντεινόμενη ανάγκη να δακρύσει, κατέλαβαν τον δρ. Τζόουνς, τον δεύτερο ιατρό της κλινικής, που δούλευε αμέριμνος στο παρακείμενο γραφείο από την αίθουσα τοκετών;
Ο δρ. Τζόουνς έτρεξε στον προθάλαμο της κλινικής, μήπως και ο καθαρός αέρας από το ανοιχτό παράθυρο τον ηρεμούσε. Η δυνατή μπόρα αναστάτωνε με συνεχείς διακριτούς ήχους την τσίγκινη οροφή. Παρατήρησε τον μαυρισμένο ουρανό του δειλινού. Η μετεωρολογική υπηρεσία μιλούσε για μία ξάστερη και ήρεμη νύχτα νωρίτερα στο παλιό ραδιόφωνο. Άλλη μια εσφαλμένη πρόβλεψη...
Το μικρό διάστημα της παραμονής του νεογέννητου στην κλινική, η αδιάκοπη πυκνή βροχόπτωση δεν έλεγε να κοπάσει. Το παράλογο ήταν, πώς η ίδια μπόρα είχε απορροφηθεί και ριζώσει στο εσώτερο όσων βρίσκονταν ή επισκέπτονταν μοιραία τον χώρο. Το ιατρικό προσωπικό παρουσίαζε αλλόκοτες κατατονικές συμπεριφορές, που κυμαίνονταν από απλή κατάπτωση και ατονία μέχρι έντονες εξάρσεις τσιρίδων, κραυγών ή κλάματος. Οι ασθενείς καταπνίγονταν από έντονα συμπτώματα στο χώρο του ιατρείου και η ακαριαία αυτή επιδείνωση ενστικτωδώς τους απομάκρυνε κακήν κακώς από την κλινική. Η αποτρόπαια ψυχολογική και διανοητική κατάσταση των γονέων σαν πέλεκυς κατακρεουργούσε την μέχρι τότε ήρεμη ζωή τους. Σχεδόν θα προσδιόριζε κάποιος μια αναλαμπή μίσους στα μάτια τους.
Αυτό που δεν έγινε αισθητό εξαιτίας της ασθενικής ατμόσφαιρας του χώρου, ήταν η παράξενη πραότητα στο πρόσωπο του. Όταν έπαυσε το πρώτο κλάμα, ο πρώτος βρυχηθμός, σαν να άρπαξε την ηρεμία από τα περίλυπα και σκυθρωπά πλέον πρόσωπα τριγύρω. Σαν τα ξένα πρόσωπα να εξέφραζαν πλέον τις συναισθηματικές του εναλλαγές, αφήνοντας τον ίδιο αμέτοχο, απρόσωπο. Μέρες μετά οι περαστικοί ανέφεραν μία βουρκωμένη γυναίκα να παρατάει ένα καλάθι μπροστά στην σκουριασμένη σιδερένια πόρτα του τοπικού ορφανοτροφείου, προτού το σκάσει με τον σκοτεινό άνδρα, που την περίμενε. Κανείς δεν είχε, όμως, την ψυχική ηρεμία να αντιδράσει στο συμβάν. Μια απροσδόκητη στεναχώρια και μια αιφνίδια νεροποντή, τους έκανε όλους να το βάλουν στα πόδια.
Δεν κατόρθωνε να διατηρηθεί σε κάποια περιοχή παραπάνω από εξάμηνο. Εκεί είχε προσδιορίσει τα όρια εγκατάστασης του μετά από εκτεταμένες μετακινήσεις. Αποκομμένες εμπειρίες και γνώσεις από δεκάδες σκοτεινά και υγρά μέρη. Από τα μέσα του πέμπτου μήνα περίπου, ξεκινούσε να πακετάρει τα λιγοστά υπάρχοντα του, ενθύμια κάθε διαφορετικής περιοχής, όπου είχε διαβιώσει για λίγο. Πάντοτε, όλοι ήταν ευγενικοί και καλοσυνάτοι στην αρχή, είχε ανακαλύψει πλέον το παιχνίδι τους. Κατέληγαν βάναυσοι, αντικοινωνικοί και απότομοι, να τον πετάνε στον δρόμο, μέχρι να τον μαζέψει ο επόμενος και να ξαναζήσει την ατέρμονη επανάληψη της ίδιας πικρής ιστορίας.
Αυτό που τον ενοχλούσε περισσότερο, όμως, ήταν η βροχή. Τον κορόιδευαν, συχνά, όταν το μαρτυρούσε, για αυτό και είχε σταματήσει πια. Δεν τον πείραζε τόσο η μουντάδα και η διεισδυτική υγρασία, όσο το ότι δεν του επέτρεπε να κλάψει. Μπέρδευε τα δάκρυα του με τις υγρές σταγόνες και δεν γνώριζε, αν δακρύζει αυτός ή ο Θεός εκεί ψηλά. Και πάντα μόνος, έξω στο δρόμο του ερχόταν να κλάψει. Η ζεστασιά των σπιτιών και των ανθρώπων, ακόμα και όταν τον απόπαιρναν, νωπά διατηρούσαν τα μάτια του.
Την αντάμωσε κάτω από το πεσμένο στέγαστρο στο παλιό πάρκο. Είχε καταλύσει εκεί, για να την προστατέψει από την βροχή. Πρόσχαρη, όταν τον είδε λούτσα και λασπωμένο, του έκανε νόημα να πλησιάσει. Καλύφθηκαν ίσα ίσα κάτω από το ζαρωμένο μουσαμά και κατόρθωσαν να ξημερώσουν λιγότερο μουχλιασμένοι. Δεν ήταν εντυπωσιακά ευπαρουσίαστη, αλλά σίγουρα το ότι χαμογελούσε ακόμη ήταν πρωτοφανές για τον ίδιο. Πίστευε ότι ήταν το πρώτο που στερούσε από τους συνευρισκόμενους του. Ίσως κάτι να έχει αλλάξει, σκέφτηκε, και πιθανότατα είχε δίκιο.
Του μίλησε για ένα λυρικό μέρος, φωτεινό και στεγνό. Εκεί, η βροχή και το σκοτάδι είχαν εκδιωχθεί δια παντός. Οι άνθρωποι διήγαν καλότυχες ζωές με ελάχιστες έγνοιες. Θα μπορούσε να δακρύσει και να δει τους αχνούς από το δάκρυ του να εξατμίζονται στην ατμόσφαιρα και να αγγίζουν τον Θεό. Θα μπορούσε να σιγουρευτεί, ότι κανείς δεν του κλέβει το δάκρυ, αυτός κυρίαρχος πλέον των παθών του. Το μόνο πρόβλημα κόντεψε να τον αφήσει σύξυλο. Η Εδέμ του απαιτούσε ένα ταξίδι το λιγότερο έξι μηνών. Θυμήθηκε το όριο του. Και αν μέχρι τότε της συνέβαινε, ότι και στους άλλους; Αν βέβαια κατάφερναν να φτάσουν προτού σπάσει, μπορεί να διέλυε την μάυρη κατάρα. Έπρεπε να το ρισκάρει.
Οι πέντε πρώτοι μήνες πέρασαν δυσβάσταχτα και στα μέσα του έκτου η κατάσταση είχε γίνει σχεδόν ανυπόφορη. Γκρίνιες, κατάπτωση, πίεση και κούραση επιβάρυναν τις ήδη τεταμένες συνθήκες. Και αυτή η ατελείωτη βροχή βασάνιζε τα κορμιά τους και ένιωθαν σαν να έχει ανοίξει τρύπες στα πρόσωπα τους και να διαβρώνει πλέον και τον εγκέφαλο τους. Η αλλαγή της ήταν πρόδηλη. Κάθε ίχνος χαμόγελου είχε σβήσει, στέρευσε κάθε τι καλόβουλο μέσα της. Το παρέσυρε η βροχή σαν χείμαρρος και την άφησε κακοφορμισμένη, να βολοδέρνει προς μία χαμένη πλέον ελπίδα. Λίγο πριν τον τελικό προορισμό κατέρρευσε. Μάταια τα παρακάλια του για ελάχιστη υπομονή. Κάτω από βροχή ύβρεων και φωνών να σβήνουν στο βάθος, συνέχισε το ταξίδι. Τίποτα δεν είχε αλλάξει τελικά, σκέφτηκε.
Έρημο το τοπίο. Αμμόλοφοι καλύπτουν το οπτικό πεδίο προς κάθε κατεύθυνση. Με ένα σκονισμένο μαντίλι καλύπτει τα ερεθισμένα ρουθούνια του. Ο καυτός ήλιος του καίει την σάρκα, πρώτη γεύση του παραδείσου. Αισθάνεται για πρώτη φορά στην ζωή του στεγνός στην φύση. Εξαφάνισε το νερό, εξάτμισε την κατάρα. Είναι ελεύθερος να εκφραστεί, να νιώσει ζωντανός. Η καρδιά του ζεσταίνεται και θυμίζει στο μυαλό τις νοτισμένες και κρύες νύχτες. Τα ατέλειωτα ταξίδια. Τα μάτια του ζαρώνουν, είναι υγρά. Αλμυρές σταγόνες ποτίζουν τα μάγουλα του. Κλαίει. Γεμίζει από ζωντάνια.
Οι σταγόνες αυξάνουν και η καταιγίδα στην έρημο δεν αργεί να έρθει. Οι νομάδες δακρύζουν ξαφνικά και αρχίζουν τις μετάνοιες. Ποτέ άλλοτε δεν είχαν δει θλιμμένο τον Θεό...
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου