Σάββατο 14 Ιανουαρίου 2012

Το μαύρο χτικιο.

Η ανάσα του συρίζει στα αυτιά σου, καθώς διασχίζει τις μικρές χαραγμές του ανασφάλιστου παράθυρου. Κοιτας και δεν το βλέπεις. Η αόρατη απειλή του, το κάνει ακόμη πιο τρομακτικό. Το τρίχωμα στο δέρμα σου ανασηκώνεται και ανατριχίλες κάνουν διαδρομές στην σπονδυλική σου στήλη. Φωνές στοιχειώνουν τα αυτιά σου. Ασφάλισε τα παράθυρα. Κλείδωσε τις πόρτες. Γελόυσες δυνατά με τους μικροαστικούς τους φόβους. Ζούσες εγωκεντρικά: ότι δεν υπόκειται στην δική σου ακοή και όραση, δεν υφίσταται. Υποδέξου τώρα, λοιπόν, τον νέο σου φίλο και μη δακρύζεις.

Τώρα που μπήκε στο σπίτι σου, κάθεται δίπλα σου και φωτογραφίζει την ψυχή σου. Τώρα που πέρασε στην ύπαρξη, αρχίζει να παίρνει διάφορες ιστορικές μορφές της διαδρομής σου μέχρις εδώ. Όλοι σε κοιτούν και σου χαμογελούν σκωπτικά. Σε κατηγορούν σιωπηλά για κάτι. Κάθε χωμάτινη μορφή παίρνει σάρκα για ελάχιστες στιγμές μπροστά σου και σε κοιτάζει στα μάτια. Τα ανείπωτα ερωτήματα των ματιών είναι πιο σκληρά από τα καλωπισμένα ερωτήματα της γλώσσας. Γιατί άνοιξες την πόρτα στις μορφές αυτές, ήθελες τόσο να τις δεις; Σου έλεγαν, ότι αν τις δεις, ίσως να είναι το τελευταίο ζωντανό πράγμα, που θα αισθανθείς. Σε προειδοποιούσαν να προσέξεις. Η αντίδραστικότητα πάντα στο αίμα σου, όμως, ήθελες να τα βιώσεις όλα αλόγιστα. Ξέχασες τους περιορισμούς της φθαρτής ανθρώπινης φύσης. Τελευταιά στάση του νέου σου φίλου, η δική σου μορφή...

Σε κοιτάει ειρωνικά, με ένα ψέυτικο χαμόγελο. Ο χρόνος αρχίζει να περνάει γρήγορα για το ολόγραμμα σου. Ζαρώνει, σκουραίνει και σαπίζει το δέρμα. Νεκρά κύτταρα γεμίζουν τον αέρα. Ασπρίζουν τα μαλλιά και θολώνουν τα μάτια. Ρωγμές ξεσκίζουν την σάρκα. Αέρας σηκώνεται στο δωμάτιο και στροβιλίζει τα συντρίμια του κορμιού σου. Μένει μόνο μια λάμψη. Σε τυφλώνει και χρησιμοποιείς την παλάμη σου για να προστατέψεις τα μάτια σου. Πονάνε απίστευτα. Τα τρίβεις με τα δυο σου χέρια, για να μειώσεις τον πόνο. Νιώθεις σαν εκατομμύρια καρφίτσες να σε τρυπάνε εσωτερικά. Αίμα τρέχει από τις κόγχες σου. Τα χέρια σου αρχίζουν να ερεθίζονται. Τα τρίβεις, αλλά αυτό κάνει τον ερεθισμό ακόμα μεγαλύτερο. Καταρρακώνεις τις σάρκες σου, τρίβοντας τες στις αιχμηρές επιφάνειες του δωματίου. Και τότε τελειώνει ο αέρας. Κάτι εμποδίζει το αναπνευστικό σου σύστημα. Νιώθεις την θερμοκρασία στο κεφάλι σου να ανεβαίνει και παλεύεις να αναπνεύσεις. Το οξυγόνο τελείωσε. Σωριάζεσαι αιμόφυρτος στο πάτωμα σε εμβρυική στάση. Φεύγεις στην ίδια στάση που ήρθες.

"Καρδία μου;;; Καρδία μου, με ακούς; Σε παρακαλώ...απάντησε μου!"

Οι σπαρακτικοι λυγμοί της δεν μπορούν να φτάσουν πλέον στα αυτιά σου. Ήταν εκεί και σε κοιτούσε να σβήνεις. Καρδιοχτυπούσε σε κάθε σου κίνηση. Λύγιζε σε κάθε σου σπασμό. Είναι η αιτία, που συνεχίζεις να υπάρχεις, σαν ανάμνηση μέσα της. Αν ζούσες μόνος, θα χανόσουν αμέσως στο άπειρο. Είναι η μόνη γιατρειά για το μαύρο χτικιό, έστω και εφήμερη.

Της φωνάζεις να σφαλίσει τα παράθυρα, να κλειδώσει καλά, το μαύρο χτικιό δεν είναι μακριά. Λυπάμαι, μα δεν σε βλέπει, ούτε μπορεί να σε ακούσει. Εσύ έγινες για αυτή τώρα, το μαύρο χτικιό.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου