Σάββατο 14 Ιανουαρίου 2012

Μαθήματα αστρονομίας.

Αστροκύτωμα τρίτου βαθμού. Του ήρθε αναγούλα, καθώς τελείωσε την ανάγνωση του βαρύγδουπου όρου. Περιέχονταν σε ένα μελανένιο πλαίσιο στο κάτω μέρος της κόλλας με τα αποτελέσματα των ιατρικών του εξετάσεων. Η αρχή του τέλους τον βρήκε απροετοίμαστο, παρόλο που το είχε σκεφτεί μερικές φορές στα τόσα χρόνια ζωής. Προσπάθησε να σκεφτεί κάτι αστείο, για να ελαφρύνει την φουρτούνα στο στομάχι του. Δεν τα κατάφερε. Δεν βρίσκονταν ακόμη σε αυτό το στάδιο της αποδοχής. Βρισκόταν στο στάδιο του θυμού. Του έφταιγαν όλα. Έσκισε το χαρτί και τσάκισε δυο γυάλινα διακοσμητικά στον τοίχο του σαλονιού. Δεν έβλεπε πια από τα δάκρυα. Σαν μενόμενος ταύρος, θηρίο ανήμερο διέλυσε με τυφλό μίσος, ότι μπορούσε να πιάσει στα χέρια του. Ούρλιαξε. Παρατήρησε τις ματωμένες πατούσες του από τα διάσπαρτα γυαλιά που είχε πατήσει και δεν ένιωθε τον παραμικρό πόνο. Ο κακοήθης όγκος στον εγκέφαλο δεν είχε νεκρώσει ακόμη τις αισθαντικές του ικανότητες, αυτό μπορεί να έρχονταν αργότερα. Η οργή όμως είχε μπλοκάρει τα πάντα, μέχρι και την ανάσα του για λίγο...

Έξι μήνες ζωής. Άρχισα να μετράω το παρελθόν. Πόσους έξι μήνες σπατάλησα αδρανής; Άρχισα να αραδιάζω γραμμούλες, νούμερα, γράμματα. Κατέγραψα όλες τις εν δυνάμει παράλληλες τροχιές της ζωής μου. Τότε μόνο συνειδητοποίησα, ότι αυτό έκανα πάντα. Στοίβαζα δυνατότητες και έχανα πραγματικότητες. Υπολόγιζα τι θα μπορούσα να κάνω, αλλά δεν το έκανα ποτέ. Εν ευθέτω χρόνω σκεφτόμουν. Πέταξα όλα τα γραμμένα στο τζάκι και τα μπουρλότιασα, σιχτηρίζοντας τον εαυτό μου, γιατί συνέχιζε να σπαταλάει πολύτιμο πλέον χρόνο, ιδιαίτερα τώρα που είναι συνειδητά πεπερασμένος. Αργότερα, σκέφτηκα ότι πάντοτε ήταν πεπερασμένος, απλά η γνώση πια του τέλους σαν να τον συντόμευε και ταυτόχρονα του έδινε μεγάλη αξία. Φαντάστηκα πόσο διαφορετικός θα ήταν ο κόσμος, αν με το που γεννιόταν κάποιος, μάθαινε πότε θα πεθάνει. Πόση αξία θα αποκτούσε η ενδιάμεση ζωή;

Δεν θα έκανα σε έξι μήνες, όσα δεν έκανα στα 32 χρόνια της μάταιης, όπως αποδείχτηκε, παρουσίας μου σε αυτόν τον κόσμο. Το να το προσπαθήσω θα ήταν ακόμη πιο μάταιο, έως απογοητευτικό. Θα μπορούσα να ταξιδέψω, να γεμίσω θεάματα και ηδονές. Να γευτώ πράγματα, που δεν έχω καν ιδέα πώς να περιγράψω. Να ζήσω την ζωή χωρίς τους περιορισμούς, που σου επιβάλλει το άγνωστο χρονικά τέλος. Όταν δεν φοβάσαι να πεθάνεις, με την έννοια ότι δεν περνάει πια από το χέρι σου ο τρόπος και ο χρόνος, μπορείς να ζήσεις ελεύθερος. Μπορείς λίγο πολύ να κάνεις ότι ονειρεύεσαι, ακόμη και αν είναι κοινωνικά ανήθικο ή λανθασμένο. Η κοινωνία χάνει την εξουσία της τιμωρίας στον άνθρωπο και μένει μόνο η αρχαία "αιδώς" να αποτελεί το μόνο ηθικό όριο. Δεν ήθελα τίποτα από όλα αυτά, μου φαίνονταν τόσο εφήμερα και σε ανθρώπινο επίπεδο ματαιόδοξα. Μόνο μία στιγμή απόλυτης ολοκλήρωσης μου έφτανε. Ναι, αυτό μου έλειπε.

Πρώτες χημειοθεραπείες πριν την εγχείρηση. Το μούδιασμα μετά τις ενδοφλέβιες ενέσεις χειροτέρευε την ψυχολογία μου. Μέχρι την γνωριμία μου με τον προάγγελο του τέλους θεωρούσα τον εαυτό μου ένα είδος "επιδιορθωτή". Έψαχνα να βρω λύση για κάθε πρόβλημα, για κάθε σπασμένο γεγονός στην ζωή μου. Έπρεπε να το φτιάξω, έπρεπε να επιδιορθώσω κάθε λαθεμένη ή κακή κίνηση, ιδιαίτερα αν αποτελούσε mea culpa. Συχνά, λοιπόν, καθώς η έννοια της τύχης δεν λειτουργούσε και πολύ σωστά στην καθημερινότητα μου, έφτανα να παλεύω ακόμη και για τα απλά. Δεν γνωρίζω αν κάποιος "τυχερός", για παράδειγμα, θα κατάφερνε να πάει στο πιο σημαντικό επαγγελματικό ραντεβού στην ώρα του, χωρίς να τελειώσει η βενζίνη την ημέρα που συμπτωματικά έχουν απεργία τα ταξί και χωρίς να πρέπει να σχεδιάσει την πιο γρήγορη και τυχερή απο καθυστερήσεις διαδρομή με τα μέσα μαζικής συγκοινωνίας. Κάθε εμπόδιο για καλό όμως. Έρχεσαι σε εγρήγορση και ψάχνεις λύση για τα πάντα. Τι γίνεται, λοιπόν, όταν δεν μπορείς να επιδιορθώσεις κάτι; Καταλαβαίνεις τη μικρότητα του ανθρώπου στο σύμπαν και πέφτεις σε κατάθλιψη. Αυτό συνέβη με την Άννα.

Το συνοθύλευμα χρονικής παραφωνίας, παρεξηγήσεων και προσωπικών διαφορών έσπασε την σύνδεση. Δυόμιση χρόνια μετά τον κεραυνό, που με βρήκε εν αιθρία, όταν την πρωτογνώρισα, μάζεψε ένα πρωί τα πράγματα της και βγήκε από την ζωή μου. Έβγαλα την εργαλειοθήκη μου, αλλά κανένα εξάρτημα δεν ταίριαζε. Οι ρωγμές ήταν μόνιμες και η καρδιά μου σαράβαλο πια, ανίκανη να νιώσει τόσο δύνατα. Οξύμωρο ότι χτυπήθηκα στο μυαλό τελικά και η καρδιά μου, έστω και ραγισμένη, συνέχισε να χτυπά. Ο επιδιορθωτής χτυπήθηκε ανεπανόρθωτα. Ανεπαρκής πια παράδερνε πηγαίνοντας από την μία αποτυχία στην άλλη, διογκώνοντας το πρόβλημα του. Η μοναξιά μου χτυπούσε την πόρτα λίγο μετά την τρίτη δεκαετία μου και έφερνε μαζί της μαυροφορεμένη παρέα. Ήξερα πια ότι θα της το ζητούσα, όσο δύσκολο και αναξιοπρεπές αν ήταν.

Δύο μέρες πριν την εγχείρηση. Χτύπησα το κουδούνι. Χάρηκε που με είδε και δεν έκανε κανένα σχόλιο για το μάλλινο σκούφο μέσα στον ανοιξιάτικο καιρό. Με αγκάλιασε φιλικά και με κάλεσε στο εσωτερικό. Το σαλόνι ήταν ενιαίο με την κουζίνα και έτσι μπορούσα να την παρατηρώ, όσο έψηνε τον καφέ μου. Τα βαθυπράσινα μάτια της παρέμεναν το ίδιο γοητευτικά, παρόλο που τα χρόνια είχαν κάπως σημαδεύσει το πρόσωπο της. Ένιωσα τα ενδότερα να σκιρτούν, όπως τότε παλιά. Ένα άγχος με διαπέρασε. Ήμουν ακόμη ερωτευμένος μαζί της και το στομάχι μου δεν έχανε ευκαιρία να μου το υπενθυμίζει ανα διαστήματα. Μετά απο μερικές τυπικότητες, της το ξεφούρνισα, βγάζοντας παράλληλα το σκούφο, θαρρείς και ήθελα να αποδείξω την αξιοπιστία του νέου περί του εκφυλισμού μου. Πόνεσε πολυ. Προσπάθησε έντονα να κρύψει τα δάκρυα της για να μην με αποθαρρύνει, αλλά δεν τα κατάφερε. Με αγκάλιασε παρηγορητικά. Βρήκα το θάρρος να προχωρήσω στο σημαντικότερο κομμάτι της επίσκεψης.

Σάστισε για τουλάχιστον πέντε λεπτά, χρόνος που μου φάνηκε μια αιωνιότητα λόγω της τεράστιας αμηχανίας. Με κοιτούσε με γουρλωμένα μάτια και δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη. Δεν την κατηγορώ, ήταν η φυσιολογική αντίδραση. Ξαφνικά εμφανίζεται χρόνια μετά ένας άνθρωπος και σου ζητάει για δύο μέρες να είσαι ερωτευμένη μαζί του, γιατί αυτές μάλιστα είναι κατά πάσα πιθανότητα οι τελευταίες της ζωής του. Όταν βρήκε την συνείδηση της, με ρώτησε πώς ακριβώς το είχα στο μυαλό μου, τι περίμενα από αυτήν. Της εξήγησα. Θα ήθελα τις επόμενες δύο μέρες να επιστρέψουμε στις δύο πρώτες μέρες που ήμασταν μαζί. Ερωτευμένοι, χωρίς τσακωμούς, ηλίθια μπερδέματα και χρονικές παρενέργειες. Δύο τέλειες μέρες μαζί της. Μετά δεν θα την ξαναενοχλούσα αναγκαστικά. Θέλησε να το σκεφτεί εκείνο το βράδυ. Μου τηλεφώνησε αργά λίγο μετα τα μεσάνυχτα. Θα περνούσα να την πάρω το άλλο πρωί και θα κάναμε ότι ήθελα.

Μισή ώρα πριν την εγχείρηση. Μου σφίγγει το χέρι, ενώ οι γιατροί κάνουν τις τελευταίες προετοιμασίες. Οι τελευταίες μέρες ήταν οι καλύτερες της ζωής μου. Περπατήσαμε μιλώντας και γελώντας αρκετές ώρες, πήγαμε για ψάρεμα και ανάψαμε φωτιά το πρώτο βράδυ και κοιμηθήκαμε στο δάσος, κοιτώντας τα άστρα. Που και που κάποιο πεφταστέρι έπεφτε στην αντίληψη μας και ξεκινούσαμε τις ευχές. Της είπα ότι δεν μπορώ να ευχηθώ κάτι παραπάνω από όσα είχα εκείνη την στιγμή. Ένιωθα ότι ήμουν ο βασιλιάς του κόσμου. Δεν σκεφτόμουν τίποτα άλλο. Ήταν σαν ο θάνατος να με οδήγησε σε εκείνη και μόνο για αυτό δεν ήθελα να τον αποφύγω πλέον. Δεν με ένοιαζε. Τα είχα ζήσει όλα. Μου χαμογέλασε και με αγκάλιασε σφιχτά. Φιληθήκαμε παθιασμένα και κάναμε έρωτα με τις φλόγες να δημιουργούν τρεμάμενες σκιές στα φλογερά κορμιά μας.

Δύο χρόνια αργότερα. Κοιτάζω τα άστρα και βλέπω το χαμόγελο σου. Ακόμα, θυμάμαι τα σχόλια των γιατρών, ότι δεν έχουν ξαναδεί πιο χαμογελαστό και ήρεμο ασθενή, ιδιαίτερα για τέτοιες κρίσιμες επεμβάσεις. Από σένα πήρε ο μικρός, λένε, την γλυκύτητα στο πρόσωπο. Του μιλάω από τώρα για σένα. Προσπαθώ να του μάθω να μην χάνει το χρόνο που του δόθηκε, γιατί μπορεί να αποδειχτεί λίγος. Του αρέσει κιόλας να παίζει με παιδικά εργαλεία και να φτιάχνει πράγματα. Καμιά φορά τα βράδια με πιάνουν κλάματα, όταν σκέφτομαι τι χάσαμε και πόσο μου λείπεις. Μετά μπαίνω στο ημιφώτιστο δωμάτιο του μικρού με τα πολύχρωμα αχνά φώτα. Με κοιτάει και βλέπω την λάμψη των ματιών σου στο βλέμμα του.

Και τότε ξέρω. Έστω και αργά, κάταφερες να επιδιορθώσεις το ράγισμα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου