Σάββατο 14 Ιανουαρίου 2012

Το ανθρωπάκι.



“Ταξίδεψα τον κόσμο όλο στην γέφυρα του καραβιού. Ακούτε ρε; Είμαι ο καπετάνιος και σας έχω όλους από κάτω μου. Ακούτε ρε, πουτάνας γιοι; Στην γέφυρα δεν κάνεις αστεία,ρε. Δεν ανεβαίνεις έτσι, παλιομαλάκες. Τρως την καταιγίδα στα μούτρα...”

Η φωνή δυνατή, διαπεραστική, διασχίζει την γεμάτη κόσμο σάλα του πανύψηλου μεταμοντέρνου κτιρίου του σταθμού των τρένων. Οι ανθρώπινες ουρές στους γκισέδες των εισιτηρίων, μετατρέπονται σε κύματα, που συγχρονισμένα στρέφουν στιγμιαία το βλέμμα τους και κοιτάζουν προς την κατεύθυνση της φωνής. Έπειτα, πάλι συγχρονισμένα θαρρείς, νιώθοντας αποστροφή, αλλά και καθωσπρεπισμό, επιστρέφουν το βλέμμα τους στην αρχική του κατεύθυνση. Ενοχλημένοι όλοι, προσπαθούμε να εγκλωβίσουμε ενδότερα τον εκνευρισμό από αυτή την έντονη ρήξη της κοινωνικής ηρεμίας και της καθωσπρέπει κανονικότητας της ζωής εκτός των πυλών. Βάζω τις ψείρες στα αυτιά και αρχίζουν να ξερνάνε δυνατές μελωδίες, για να καλύψουν τις φωνές. Απομόνωση, επιτέλους.

“Μάνααααα! Σ' αγαπάω, μάναααα!”

Στρέφει το βλέμμα του στην κοπέλα στις απέναντι θέσεις, που προσπαθεί μάταια να μην τον κοιτάζει, αλλά δεν μπορεί και να αποκρύψει την ταραχή της και έναν ελαφρύ φόβο από τις δυνατές κραυγές και το παρουσιαστικό του. Ταλαιπωρημένος μεσήλικας άντρας με βρωμερά ρούχα και λιγδιασμένα κοντά μαλλιά. Ρυτιδιασμένο μέτωπο από την ταλαιπωρία, πρησμένα και θολωμένα μάτια και ένα έντονο ροδαλό χρώμα από το ποτό. Το χνώτο του ζέχνει αλκοόλ. Βλέπει τον φόβο και παίρνει φωτιά.

“Πουτάνες! Στην γέφυρα είναι το μοναδικό μέρος, που δεν ανεβαίνουν γυναίκες. Δεν ανεβαίνουν γυναίκες. Καμία γυναίκα, γιατί είναι όλες πουτάνες. Εκεί δεν μπορείτε να ανέβετε. Ακούτε ρε;”

Φωνάζει, κομπιάζει και χάνει τον ειρμό, τύφλα στο ποτό. Βγάζει τα παπούτσια και κάθεται με τις βρώμικες και τρύπιες κάλτσες, τρέμοντας στα διπλά καθίσματα. Σηκώνεται και συνεχίζει να φωνάζει, για λίγο, χωρίς ειρμό. Η κοπέλα δεν βαστάει άλλο, φωνάζει τον μηχανοδηγό. Το τρένο θα ξεκινήσει σε λίγο και όλοι οι επιβάτες είναι εμφανώς εκνευρισμένοι. Το κατακάθι διαρρηγνύει την πολιτισμένη ηρεμία μας, φωνάζοντας και βρίζοντας. Ο μεθυσμένος με εκνευρίζει, αλλά τα ακουστικά με διευκολύνουν να αποφύγω οποιαδήποτε οπτική επαφή μαζί του. Κοιτάζω έξω, δήθεν, αδιάφορος. Οι φωνές στο βάθος της μουσικής, όμως, συνεχίζουν να προκαλούν την ψυχή μου. Κάθομαι εκεί, δύο θέσεις δίπλα, αμέτοχος, δήθεν αδιάφορος, δήθεν καθωσπρέπει και δήθεν ατάραχος.

“Θα το βουλώσω. Θα το βουλώσω. Εδώ θα κάτσω και δεν θα με ακούσεις, ρε. Εντάξει, μην τραβάς. Θα το βουλώσω σου λέω ρε. Μάναααα! Πάω να ανάψω κερί στην μάνα μου. Στον τάφο της μάνας μου, ρε πουτάνας γιε. Μάνααα, σ' αγαπάω μάνα. Ένα χρόνο δεν πήγα...”

Βουρκώνει. Τον αναγκάζουν να καθίσει. Του φωνάζουν εδώ και ώρα, τον απειλούν ότι θα φωνάξουν την αστυνομία και θα τον κατεβάσουν, αν δεν ηρεμήσει. Σταματάει για λίγο. Σηκώνεται και τριγυρίζει στο βαγόνι. Επιστρέφει μουρμουρίζοντας. Έχει γνωρίσει κάθε είδους ανθρώπους, λέει σιγανά. Καλούς, κακούς, μάγκες, αυτούς που το παίζουν μάγκες. Τους ξέρει όλους. Δεν αντέχει, ξεσπάει πάλι. Θα τους δείξει αυτός μαγκιά. Σηκώνεται και τριγυρνάει ξυπόλυτος στο βαγόνι. Πηγαίνει στο διπλανό βαγόνι. Φωνές. Ένας από τους μηχανοδηγούς τον φέρνει πίσω. Τον σπρώχνει στο κάθισμα του, του φωνάζει, τον απειλεί ότι θα τον κατεβάσει, τον αναγκάζει να βάλει παπούτσια. "Άντε πολλά μας τα 'πες."

"Θέλω να ανάψω κερί στην μάνα μου, καταλαβαίνεις; Έχω ένα χρόνο. Δύο χρόνια δεν έχω μιλήσει με τον αδερφό μου. Σ' αγαπάω μάνα. Σ' αγαπάω και σένα, πουτάνας γιε. Πρέπει να πάω στον τάφο της μάνας μου. Σ’ αγαπάω μάνα. Πουτάνας γιε..."

Σηκώνεται και πάει να τον αγκαλιάσει. Ο μηχανοδηγός τον σπρώχνει στο κάθισμα του φανερά εκνευρισμένος. Τώρα τον βρίζει, έχει χάσει την ψυχραιμία του. Δίνει εντολή να σταματήσουν και να τον κατεβάσουν στην επόμενη στάση. Ο μεθυσμένος βουρκώνει. Βρίσκει κρυψώνα για το κεφάλι του στα δυο ροζιασμένα και βρώμικα χέρια του. Ο φόβος εντωμεταξύ έχει ξεγλιστρήσει από την ψυχή της κοπέλας. Τον έχει αντικαταστήσει μία αηδία και περιφρόνηση. Θέλει διακαώς να τον κατεβάσουν επιτέλους. Όλοι θέλουμε να κατέβει...

Κοιτάζω το άσπρο τοπίο έξω από το παράθυρο και προσηλώνω το ακέραιο βλέμμα μου μακριά από την φασαρία. Το κρύο έξω έχει αρχίσει να τρυπώνει στο εσωτερικό του μεταλλικού βαγονιού. Ερωτήματα και σκέψεις κατακλύζουν το μυαλό μου, παρόλο που το δειλό στόμα μου αρνείται να τα εξωτερικεύσει. Εδώ και ώρα, έχουν αρχίσει να θολώνουν τα όρια του κοινωνικά ορθού. Ο "υπάνθρωπος" φωνάζει, βρίζει, προκαλεί, για αυτό ο άνθρωπος φωνάζει, βρίζει και χειρονομεί. Ποια είναι η δικαιολογία μας; Οφθαλμός αντί οφθαλμού; Η κοινωνική και σωματική "αρρώστια" αντιμετωπίζεται από την κοινωνία με τον μοναδικό τρόπο που ήξερε πάντα να την αντιμετωπίζει. Χώνουμε το νυστέρι στην πληγή και αφαιρούμε το καρκίνωμα. Βλέπω τα αίματα στα χέρια μου, αλλά δεν αντιδρώ. Δεν απορώ πως μάτωσα. Δεν κρατούσα το νυστέρι. Το καθοδηγούσα απλά με την σιωπή μου.

“Σε παρακαλώ, ρε. Μάνααα. Θέλω να ανάψω κερί στον τάφο της μάνας μου. Άντε γαμήσου. Έτσι μου είπε. Να σε βρίζει το παιδί σου ρε; Δεν με κάλεσε στον γάμο της. Έχεις πρόβλημα με το ποτό, δεν σε θέλω εκεί. Το ίδιο σου το παιδί. Και ο πατέρας μου με έδιωξε. Μάνα, σ' αγαπάω μάνα. Πρέπει να ανάψω κερί στον τάφο της. Ένα χρόνο έχω να πάω στο χωριό. Σε παρακαλώ, πουτάνας γιε...”

Έχει δακρύσει, αλλά δεν τον ακούν πλέον. Λίγα λεπτά πριν σταματήσουμε στην στάση, ψάχνει για λίγη συμπόνια στα μάτια των άλλων επιβατών, όλοι τον αποφεύγουν. Καθώς τον σηκώνουν για να τον κατεβάσουν στον κρύο σταθμό, δύο στάσεις πριν το προορισμό του, πλέον κλαίει. Θέλω να σηκωθώ, να τους πω να τον αφήσουν ήσυχο. Ότι θα τον προσέχω εγώ. Να τον βάλω να μου μιλάει, έστω ασυνάρτητα για τα βάσανα του. Να τον πάω να ανάψει κερί στην μάνα του. Να τον βοηθήσω να ξεμεθύσει και να συνέλθει.

Η πόρτα ανοίγει και βρίσκεται στο κρύο. Παλεύει να ξανανέβει και τον εμποδίζουν. Η πόρτα κλείνει. Παραμένω ακίνητος και σιωπηλός. Το τρένο ξεκινάει και τον βλέπω στον κρύο σταθμό σκυμμένο, σκωπτικό να απομακρύνεται… Τότε συνειδητοποιώ, πως λάθος ανθρωπάκι κατέβασαν από το τρένο. Το πραγματικό ανθρωπάκι συνέχιζε σιωπηλό το ταξίδι του...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου