Σάββατο 14 Ιανουαρίου 2012

Το τέλος της βίας.

Το πιάτο ήταν παγωμένο, μα η καρδιά του ένιωθε ότι έβραζε. Κοίταξε προσεκτικά τριγύρω. Φοβόταν, ότι κάποιος θα είχε προσέξει το προσηλωμένο βλέμμα του και θα διάβαζε το σχέδιο του. Δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά όμως. Είχαν συμφωνήσει να του τηλεφωνήσει στις 8:00. Το δρύινο ρολόι στον τοίχο του παρακμιακού μπαρ είχε ακουστεί οχτώ φορές έναν αιώνα πριν. Έτσι, του φαινόταν τουλάχιστον. Σκέφτηκε ότι είχε χαλάσει, γιατί έδειχνε να είχαν περάσει μόνο δέκα λεπτά. Ήταν φανερό ότι είχαν πάει όλα καταδιαόλου. Και όμως το σχέδιο έμοιαζε απλό και εύκολο.

Η αδικία πάντα του ταίριαζε από όταν γεννήθηκε. Σαν ένα σακάκι που είναι ραμμένο ειδικά στα μέτρα σου. Το φοράς και νομίζεις ότι εφαρμόζει τέλεια σε κάθε σημείο του κορμιού σου. Όσο και αν προσπάθησαν να τον πείσουν να το φοράει, λοιπόν, πάντα ξέμενε τροφή για τους σκόρους στο πίσω μέρος της ντουλάπας του. Όλοι του το έλεγαν. Ποιο το νόημα να αντιδράς; Θα πετάξεις τα δερμάτινα, τα σκισμένα παντελόνια κάποια στιγμή. Δεν θα γλιτώσεις. Και εκείνος όταν κουράστηκε να τους σηκώνει ένα ή περισσότερα δάχτυλα, απλά γύριζε την πλάτη. Όσες φορές όμως και αν προσπάθησε να το πετάξει, δεν τα κατάφερε. Έμενε εκεί να στοιχιώνει τα ονειρά του.

Ήταν στο γραφείο, όταν μιλήσανε:

"Έμαθα ότι έγινες κλητήρας στο γραφείο του Δημάρχου πια. Εκεί σε οδηγήσαν τα μεγάλα κονέ σου,ε; Έχεις δική σου σφραγίδα τουλάχιστον ή ξεπουλήθηκες τσάμπα σε αυτούς που γύριζες την πλάτη; Μαλάκα, ε, μαλάκα!"

Η ανεκτίμητη προσφορά των φίλων. Χώνουν πιο βαθιά στα σωθικά σου το μαχαίρι υπό το αίσθημα της φροντίδας και της προστασίας, που θέλουν να σου προσφέρουν. Σφίγγεις τα δόντια, δαγκώνεις τη γλώσσα σου και υπόσχεσαι να μην ουρλιάξεις. Δεν θα τους δώσεις και αυτή την ηδονή. Εξάλλου, μόνος σου έχωσες πρώτος το μαχαίρι. Το να ζητάς τα ρέστα είναι πλεονεξία.

"Είναι νεκρή, με ακούς; Νεκρή!"

Έσπασε. Δεν μπορούσε άλλο να φοράει μάσκα. Ένιωσα το ταβάνι να τρέχει νερό. Ένα ρέμα έτοιμο να με παρασύρει. Κλαίγαμε για πόση ώρα. Δεν τον άκουγα, αλλά ήμουν σίγουρος. Ένα βουβό κλάμα, που με ανατρίχιαζε. Μου το έκλεισε δίχως λέξη. Και εγώ το ίδιο θα έκανα. Δεν του κρατώ κακία.

Λίγα άτομα σε ένα μικρό νεκρόταφείο και ένα ψιλόβροχο να θερίζει την μάυρη ψυχή μας. Τον παρατήρησα με το που έφτασα στο χώρο. Με περίμενε στην είσοδο, αλλά σαν με γνώρισε από μακρία, προχώρησε με βήμα ταχύ στο εσωτερικό, τάχα για να γίνει τυχαία η συνάντηση μας. Μετά το τηλεφώνημα δεν ήθελε να δείξει άλλο αδύναμος. Οτι χρειαζόταν ένα σκοινί να τον τραβήξει από τον γκρεμό, στον οποίο είχε αρχίσει να ολισθαίνει επικίνδυνα. Όταν άρχισε η τελετή, όμως, δεν άντεξε. Με πλησίασε και ξέσπασε. Η καταιγίδα δεν άργησε να έρθει.

Την είχαν βρει αιματοβαμένη σε ένα παρακείμενο εγκαταλελειμένο κτίριο δύο τετράγωνα από το σπίτι της. Ίσα που αναγνωρίζονταν από το ξύλο, που είχε φάει. Η μάνα της δεν άντεχε να την βλέπει σε τέτοια κατάσταση και ζήτησε να κλείσουν το φέρετρο. Ράγισε η καρδιά της, όταν το ξεστόμισε, έγινε κομμάτια. Λιποθύμισε και όλοι έπεσαν πάνω να την συνεφέρουν. Δάγκωνε τα χείλια του σε μία γωνία, γιατί ήξερε τον φταίχτη. Φοβόντουσαν όλοι να μιλήσουν. Όταν μάτωσε, με πήρε τηλέφωνο. Είχαμε κάνει μια συμφωνία οι τρεις μας και ήταν η ώρα να αναλάβουμε το δικό μας μερίδιο ευθύνης απέναντι της.

Το σχέδιο ήταν απλό. Παρακολούθησε για λίγες μέρες το σπίτι της και έμαθε ότι κάθε απόγευμα αυτός πήγαινε στο μικρό μπαράκι στην οδό Φλέμιγκ και ρεμάλιαζε με τις ώρες, πίνοντας και καπνίζοντας. Μάλιστα, δεν είχε αλλάξει στο παραμικρό τις βδελυρές του συνήθειες μετά το θάνατο της. Δεν τον είχε αγγίξει η απώλεια της και αυτό ήταν μία σίγουρη απόδειξη ενοχής στο φουντωμένο μυαλό μας. Όταν κυνηγάς το μάτι του θύτη, σπάνια προσέχεις αν έχει το σωστό χρώμα.

Θα παραφυλούσε σε κάτι χαμόδεντρα έξω από την μονοκατοικία μέχρι να φύγει. Μετά θα άρπαζε το αντικλείδι από το πεζουλάκι του παραθύρου και θα έκανε το σπίτι άνω κάτω. Θα με έπαιρνε τηλέφωνο στο μπαρ και θα αναλάμβανα τα δικά μου καθήκοντα.

Το τηλέφωνο χτύπησε, ακριβώς την στιγμή που έμπαινε. Ψιθύρισα μερικά μισόλογα και το έκλεισα. Όλα πήγαιναν κατευχήν. Τον έβλεπα να κατεβάζει ποτά, να καπνίζει αναρίθμητα τσιγάρα και αναγούλιαζα στην σκέψη, ότι αυτό το απόβλητο μας την είχε στερήσει. Τον θυμάμαι στα νιάτα του. Κοιτούσαμε την Μπιούικ του και τον θαυμάζαμε για τις γκόμενες, που κατάφερνε. Ελεύθερος καβαλάρης κάλπαζε στα χωράφια κάθε ωραίας κοπελίτσας, που αναζητούσε την περιπέτεια. Κατάντησε φαλακρός με μπάκα στο τοπικό εργοστάσιο. Η μόνιμη δουλειά του όμως ήταν κάτι περιζήτητο στην περιοχή. Την βοήθησε να παραβλέψει τον αλκοολισμό και την βιαιότητα του. Ξεπουλήθηκε και αυτή, αλλά με χάρη.

Η σιδηρογροθιά μου έσκασε με βία στο πρόσωπο του, ξεσκίζοντας την σάρκα του πλάι από το δεξί του μάτι. Δεν είχε πάρει χαμπάρι τόση ώρα που τον ακολουθούσα. Όταν εμφανίστηκα μπροστά του για να τον τρομάξω, ήταν τόσο λιώμα, που μου ζήτησε ένα ακόμα ποτό. Δεν μπορούσα να του στερήσω την χάρη και του το σέρβιρα. Διάνα στο στομάχι. Ένιωσα μια έκρηξη ηδονής, που παρόμοια της δεν είχα νιώσει. Τον έσπρωξα στο πάτωμα και αβοήθητο άρχισα να τον κλωτσάω χωρίς σταματημό. Ανελέητα. Στα πλευρά , στο κεφάλι, στην κοιλιά. Δεν κατάλαβα πως βρέθηκε στα χέρια μου ο πυροσβεστήρας. Το μόνο που θυμάμαι είναι να του διαλύω το πρόσωπο ανίκανος να σταματήσω. Το πιο παράξενο ήταν ότι εκείνη την στιγμή δεν την σκεφτόμουν καθόλου. Δεν θυμόμουν γιατί έκανα ότι έκανα. Μόνο ένα τυφλό ξέσπασμα βίας, που με έκανε να νιώθω δυνατός, ζωντανός. Κόντεψα να επιτεθώ και στον άλλον, για να καταλάβεις, όταν προσπάθησε να με τραβήξει, βλέποντας ότι η δουλειά είχε γίνει.

Τον σύραμε ως την είσοδο. Προχώρησα στο ανάκατο σπίτι. Άνοιξα το συρτάρι για να πάρω τα κοσμήματα. Έπρεπε να φανεί σαν ληστεία. Τότε είδα το σημείωμα. Διάφορα γράμματα από εφημερίδες και περιοδικά σχημάτισαν φράσεις στα μάτια μου...

"Αν δεν μας φέρεις 50 χιλιάδες μέχρι την Δευτέρα πεθαίνει. Αν μιλήσεις στην αστυνομία ή κάνεις καμιά βλακεία, θα πεθάνεις και εσύ."

Πήρα από την ντουλάπα το σκονισμένο σακάκι. Το φόρεσα κατάσαρκα. Πλέον δεν έμοιαζε φτιαγμένο στα μέτρα μου. Με ενοχλούσε, με έπνιγε. Κοίταξα στον καθρέφτη την περίεργη φιγούρα. Με κοιτούσε με ματιά αναψοκοκκινισμένη. Διψούσε για λίγη ακόμη βία. Έσφιξε την γροθιά και πήγε για το μάτι μου...

Το ταβάνι τώρα έσταζε αίμα και το κλάμα είχε γίνει ουρλιαχτό. Το πορφυρό κύμα με παρέσυρε και ξέσκισε τα ρούχα μου.

Κρίμα σκέφτομαι,καθώς το αίμα γεμίζει τα πνευμόνια μου. Ήταν ραμμένο στα μέτρα μου...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου