Σάββατο 14 Ιανουαρίου 2012

Το παιχνίδι των οδυρμών.

"Μπάσταρδε! Άρρωστο κάθαρμα! Πάρε τα λιγδιασμένα χέρια σου από το σώμα μου! Δεν αντέχω άλλο!"

Σκύβω να σου σκουπίσω το δάκρυ και τότε ματώνω. Η αχίλλειος πτέρνα μου λαβώνεται. Κατώτερος των περιστάσεων για άλλη μία φορά. Ίσως αυτό σε τρόμαξε. Ίσως αυτό σε απομάκρυνε. Δεν ήξερα να παίζω τα διεστραμμένα παιχνίδια σου, κατάλοιπο της αρχέτυπης φύσης σου. Βράχος οι αντιλήψεις μου σε άγριο και σκοτεινό ωκεανό. Το κύμα τις διέβρωνε και εγώ πάλευα να αντιδράσω. Έστηνα φράγματα τα χαράματα και μεσονυχτής τα γκρέμιζες. Κομμάτια διάσπαρτα της ελπίδας δεν μπορούσαν να σχηματίσουν στέρεα νοήματα μέσα μου. Πίστευα θα αλλάξω το φυσικό επακόλουθο μέχρι που έγινα κόκκος. Διασκορπίστηκα μέσα σου και χάθηκα.

Υποδόριοι ίλιγγοι με ταλαιπωρούν. Παλέυω να σε αγγίξω, αλλά οπτασία γλυκιά εξαφανίζεσαι. Καταλαβαίνω ότι είσαι σκέψη και σε δίώχνω. Με τα χαλάσματα μου φράζω την είσοδο της βαθιάς σπηλιάς του μυαλού μου. Αντανακλούν τα ουρλιαχτά σου στα τοιχώματα και γεμίζω ερείπια. Ξερνάω ξέρες και πετρώματα. Οι δρόμοι σχηματίζουν μοτίβα στη θυμωμένη ψυχή μου. Σχέδια παιδικά με έναν κοινό παρονόμαστη. Εκδίκηση. Η απαρχή της μάταιης ανθρώπινης δημιουργίας. Προσπαθούμε να ισοφαρίσουμε την αδικία της έλευσης μας σε έναν κόσμο που θα πεθάνουμε, πληγώνοντας την φύση μας. Πρόσκαιρη χαρά σε έναν χαμένο πόλεμο. Η θλίψη με παρασέρνει.

Δραματικά σφιγμένες γροθιές σαν πυγμάχου σε αγώνα πουλημένο. Ξέρεις τι πρέπει να κάνεις, αλλά η αξιοπρέπεια πιπιλάει τις αντοχές σου. Θέλεις να πέσεις προδωμένος από τις δυνάμεις σου, όχι παρασυρμένος στην γλύκα της στημένης στιγμής. Κοιτάζω τον διαιτητή και αποφασίζω. Θα πέσω σαν λύκος, δεν θα κρυφτώ σαν αλεπού. Δίνω τον αγώνα της ζωής μου μέχρι που το καμπανάκι χτυπάει. Πηχτό αίμα υγραίνει το πρόσωπο μου. Θαμπώνομαι από τους προβολείς στον ουρανό. Είναι ωραίος ο κόσμος ανάποδα. Νιώθεις ότι αιωρείσαι στα ουράνια.

"Πάλεψε, γαμώτο! Σήκω και πάλεψε! Για μένα, παλιομπάσταρδε! Για μένα!"

Ζωή και αγάπη συγχέονται στο λογικό μυαλό σου. Θηλυκά και τα δύο, εύκολη η σύγχυση. Η ανάγκη επιβίωσης σε βγάζει και πάλι στο ρινγκ λίγο πριν η αντίστροφη μέτρηση τελειώσει. Αυτή τη φορά είσαι σίφουνας. Ζαλίζεις τον αντίπαλο και του ξεριζώνεις την καρδιά, για να τον αποτελειώσεις. Την κρατάς παλώμενη στα χέρια σου. Αίμα στάζει μελωδικά στο μπράτσο σου. Ένα φάλτσο σφύριγμα διακόπτει την μελωδία. Σκόνη η καρδιά στα χέρια σου. Φυσάς και διαλύεται στα μάτια σου μπροστά. Δεν το είχες προσέξει τόσο καιρό; Καμιά φορά η νηνεμία στο μάτι του κυκλώνα σε μπερδεύει. Νομίζεις ότι την γλίτωσες, όταν όλα γύρω σου γκρεμίζονται με μαθηματική ακρίβεια. Παραπλανημένος και ηττημένος αποσύρεσαι στην γωνία σου. Δάκρυα κυλούν στο πέτρινο προσωπείο σου. Το κάνουν κομμάτια.

"Έχασες, καθίκι! Η αγάπη δεν ταιριάζει στους χαμένους. Μαλάκες σαν εσένα αξίζουν μόνο μοναξιά και πόνο."

Σηκώνεις το κεφάλι και χαμογελάς σκωπτικά. Ξέρεις ότι πάντα τρόμαζε με αυτό το βλέμμα. Η σκιά σου μεγαλώνει, όσο ο ήλιος ανατέλει πίσω σου. Στο τέλος, τεράστια την καταπίνει στο σκώτος της. Ακούς οδυρμούς στο βάθος. Λυγμοί πληγώνουν την σιωπή. Θριαμβευτής πλέον απομακρύνεσαι στις πορτοκαλιές αποχρώσεις του χαράματος. Θες να την εγκαταλείψεις μόνη στα άγρια σκοτάδια. Θέλεις να την χτυπήσεις στην αχίλλειο πτέρνα σου. Να δοκιμάσει το ίδιο φαρμάκι που σε πότισε.

Ο σπαραγμός στα αυτιά σου σε πνίγει. Για αυτό πάντα ήσουν η πέτρα και όχι το κύμα. Δεν είχες ποτέ γερό στομάχι.

"Σταμάτα!", ουρλιάζεις ματωμένος.

Άίμα σαν δάκρυ στάζει από τα αυτιά σου. Η αγριεμένη θάλασσα ξεβγάζει πάνω σου θεόρατα κύματα. Σπας. Γίνεσαι για άλλη μια φορά κομμάτια. Αιώνιος χαμένος σε ένα παιχνίδι, που δεν είναι στα μέτρα σου.

Ο Δαβίδ αυτή την φορά δεν θα κερδίσει τον Γολιάθ. Μόλις πάει να τον σημαδεύσει με την πενιχρή σφεντόνα του, ένα δάκρυ κυλάει στα μάτια του γίγαντα. Ο Δαβίδ σπάει, το χέρι του τρέμει. Ακόμα δεν κατάλαβε, πώς βρέθηκε να αιωρείται ματωμένος σε έναν ανάποδο κόσμο...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου