Σάββατο 14 Ιανουαρίου 2012

Κάθοδος στην Άβυσσο.

Νοερή σιωπή. Απόλυτη ηρεμία. Η νηνεμία πριν την επικείμενη καταστροφική καταιγίδα. Σύντομα, μαύρες σκέψεις θα διαλαλούν την πραμάτεια τους στα υγρά και καταχνιασμένα κελάρια του μυαλού του. Αλυσοδεμένοι καταραμένοι υπηρέτες θα ξελαρυγγιάζονται ικετεύοντας τον οίκτο των μαύρων δαιμόνων, που θα ξεσκίζουν τις σάρκες τους, καταγράφοντας με αίμα πικρές ιστορίες στα ξεψυχισμένα σώματα. Τώρα, γαλήνη και σταθερότητα στις κινήσεις του. Μόνο η φλόγα στο βλέμμα προάγγελος κακών μαντάτων. Αργότερα, απορίας άξιον, πώς αυτή η φλόγα δεν έκαψε και σένα. Μάλλον, γιατί ποτέ δεν πάλεψες να κοιτάξεις πραγματικά ή αρκετά βαθιά.

Ο σκίουρος ξεπρόβαλε από το χιονισμένο δάσος. Η παρακείμενη λίμνη είχε σχηματίσει ένα πυκνό στρώμα πάγου στην επιφάνεια. Η λεία επίστρωση ζωγράφιζε το παραμορφωμένο είδωλο του στα πόδια του μπροστά. Παρόλο που, φυσιολογικά, θα τρομοκρατούνταν από αυτήν την εικόνα ως ασυνείδητο ζώο, φαινόταν απόλυτα συμφιλιωμένος με αυτό το οπτικό παιχνίδι. Θαρρείς και αυτή την ιδέα θα είχε και ο ίδιος για τον εαυτό του, αν ήταν ένα εύλογο πλάσμα.

Απρόσωπες καρικατούρες πλημμυρίζουν τον κόσμο του. Κάποια ανώτερη δύναμη λογοκρίνει την όραση του, αποκρύπτοντας τα διακριτά ανθρώπινα χαρακτηριστικά. Ένα πολυπληθές σμήνος μυρμηγκιών, τον έχει περικυκλώσει. Πάντοτε, ο άνθρωπος τρόμαζε με τα μεγάλα πλήθη, ίσως γιατί του υπενθυμίζουν το μικρό και εύθραστο της ύπαρξης του, του διαρραγούν την αυταπάτη. Κάποτε μπορούσε να διακρίνει καθαρά κάποια λαμπερά μάτια, κάποια χαμογελαστά χείλη. Χάθηκαν και αυτά, παρασυρμένα από τον όχλο. Τα γιγάντια αφρικανικά σαρκοφάγα μυρμήγκια τον έχουν στριμώξει και διψούν για αίμα. Κατατρώγουν πρώτα το μυαλό του, με κρατσανιστούς πνιγηρούς ήχους να φτάνουν στα αυτιά του. Στο τέλος, τον καταπίνουν ολόκληρο και μόνον το σχήμα των λειψάνων διαγράφεται σαν παρατυπία στην ευθεία ομοιομορφία του σμήνους.

Παράταιρα και ασύμμετρα τα προσεκτικά βήματα του σκίουρου στον γλιστερό πάγο. Προσπαθεί να διατηρήσει την ισορροπία του. Είναι η μοναδική παραφωνία στο αρμονικό, ψυχρό τοπίο. Το ζεστό χνώτο του παράγει υδρατμούς σε κάθε του βήμα, κάθε του ανάσα. Άλλο ένα σημείο ζωής στον μοναχικό τούτο τόπο. Καθώς παρατηρεί τους υδρατμούς να σβήνουν, υγραίνοντας τα ρουθούνια του, κάτι άξαφνα γυαλίζει στα υγρά του μάτια και αμέσως εξαφανίζεται. Το παιχνίδισμα του φωτός ζέστανε την ελπίδα στην καρδιά του και, όπως είναι φυσικό, έξαψε την περιέργεια του. Άρχισαν να γίνονται απρόσεκτα και ασταθή τα βήματα του.

“Πρέπει να φύγω.” Η θωρακισμένη πόρτα ασφαλείας εξερράγη πάνω στο κεφάλι του, καθώς την έκλεινε πίσω της. Είχε πλέον μετατραπεί οξύμωρα σε θράυσματα καυτής ανασφάλειας. “Δεν νιώθω τίποτα πλέον, κατάλαβε το επιτέλους... Τίποτα δεν με κρατάει κοντά σου.” Σπίρτο τα αισθήματα της και κάηκε. Στάχτες πια στα χέρια του. Τα βλέμματα τους αρνούνται να συναντηθούν, σαν μονομάχοι αντίκρυ στην αρένα, μα γυρισμένοι πλάτη. Θέλει να γυρίσει. Να κοιτάξει μέσα της, για να την πείσει. Μα δεν τολμάει. Νιώθει την κρύα κάνη του όπλου της στα πλευρά του και ας μην τον αγγίζει. Ως μελλοθάνατος δέχεται την τελευταία επιθυμία. Να μην δει τον πόνο του, καθώς θα πέφτει. Κρύβει με τα χέρια του το πρόσωπο και αναμένει. Η εκπυρσοκρότηση σιγά κάθε του ελπίδα. Η χάλκινη οβίδα γυαλίζει σύντομα στον ήλιο του δειλινού, πρωτού καρφωθεί στο δεξί πλευρό του. Δεν μπορούσε καν να είναι σίγουρος, γιατί δεν είχε οπτική επαφή με το σημείο του τραύματος, αλλά στο μυαλό του ήρθε μια παλιά βιβλική καταγραφή για την δημιουργία της γυναίκας.

Καταχνιά σκέπασε την λίμνη. Ο σκίουρος απογοητεύτηκε. Τα πυκνά πέπλα δεν θα τον άφηναν να ανακαλύψει τον θησαυρό. Η αίσθηση κινδύνου προφανώς και είχε παγώσει λόγω τον χαμηλών θερμοκρασιών. Στις παραλίμνιες όχθες μια αλλαγή άρχισε να συντελείται λόγω της υγρασίας της ομίχλης. Παραπετάσματα διέρρηξαν τον λείο πάγο. Κενά σαν ρίζες άρχισαν να διαχωρίζουν σε όλο και μικρότερα κομμάτια την επιφάνεια. Κρυσταλλικοί ήχοι άρχιζαν να εμπλουτίζουν την παγωμένη σιωπή. Αν δεν είχε διασχίσει σχεδόν την μισή απόσταση από την μία άκρη της λίμνης έως την άλλη, πιθανόν τα αισθητήρια επιβίωσης του σκίουρου να ξεπάγωναν απότομα. Προς το παρόν, μόνο μελαγχολία μπορούσες να διαγνώσεις στην όψη του.

Τα υπόγεια λαγούμια βριθούν από μικροσκοπικές μορφές ζωής. Το βουητό τους πάει να σε τρελάνει. Αποσυντονίζει όλως διόλου τις προσανατολιστικές σου ικανότητες. Τριγυρνάς άσκοπα στο ημίφως. Ένας ατελείωτος λαβύρινθος από επαναλαμβανόμενους διαδρόμους. Κανένα σημείο αναφοράς της αρχής ή του τέλους. Προσπαθείς να μείνεις στάσιμος, ακίνητος στο χρόνο. Νιώθεις τους διαδρόμους να κινούνται μόνοι τους και νομίζεις ότι και εσύ ο ίδιος βρίσκεσαι σε κίνηση. Σαν να βλέπεις ένα τρένο να περνάει με φόρα μπροστά από τα παράθυρα του σταματημένου βαγονιού σου. Νομίζεις ότι ταξιδεύεις. Εξουθενωμένος, δεν αντέχεις άλλο. Καταρρέεις ζαλισμένος και κλείνεις τα μάτια. Το μυαλό σου σβούρες σαν από βαρύ μεθύσι. Τα φρένα κινδύνου σπασμένα και το τρένο ακυβέρνητο. Η μπαλαρίνα συνεχίζει να χορεύει ακάθεκτα με παρτενέρ το μυαλό σου.

Το έδαφος σίεται. Ανεπαίσθητα κομμάτια σκόνης και πέτρας ποτίζουν την μύτη σου και την ερεθίζουν ενοχλητικά. Κάτι σπάει, γκρεμίζεται. Ανοίγεις τα μάτια και αιωρείσαι στον γκρεμό. Η έλλειψη βαρύτητας σε πιέζει, αλλά το θέαμα απλά σε συντρίβει αρχικά. Ανάμεσα στις αδηφάγες φλόγες, τραγοφόρες δαιμονικές μορφές προβαίνουν με ευχαρίστηση σε ακατανόμαστες και ακραίες πράξεις. Λαγνεία και σαδομαζοχιστικές τάσεις, αιματηρή βία και στυγνά φονικά βουτηγμένα σε κατακρεουργημένα σωθικά, πολλαπλά άρρωστα όργια ανάμεσα σε δύσμορφα πλάσματα, βασανιστήρια απερίγραπτης στυγνότητας. Όσο η ελεύθερη πτώση σου συνεχίζεται, ο τρόμος σου αυξάνει. Όχι πλέον από το αποτρόπαιο θέαμα, αλλά από την συνειδητοποίηση του πόσο σε ερεθίζει η αφύσικη εικόνα. Τα μάτια σου αχόρταγα πια και η ψυχή σου ανοιχτή στα πρωτόγονα ανθρώπινα ένστικτα. Οι φλόγες σε τυφλώνουν. Απόλυτο λευκό.

Ανατριχίλα διαπέρασε το τριχωτό του σώμα, αναγκάζοντας κάθε υγρή σπιθαμή του να τεντωθεί. Οι κώδωνες της καταστροφής ηχούσαν πλέον στα αυτιά του. Παγιδευμένος στο κενό, ελάχιστες ελπίδες να επιζήσει. Ρανίδες σπασμένου πάγου χτύπησαν ελαφρά το πρόσωπο του. Έμεινε να επιπλέει επικίνδυνα σε ένα κομμάτι πάγου δυο φορές το μέγεθος του, που έτεινε να ανατραπεί, αν έχανε το κέντρο βάρους του.

Βγάζεις τα χέρια από τα μάτια. Άλλη μία ηλιόλουστη μέρα. Αρπάζεις το αλέτρι και συνεχίζεις να οργώνεις την γη. Μεθυσμένη η ματιά σου από την ομορφιά του ευλογημένου τόπου. Πράσινο μέχρι όπου ταξιδέυει το βλέμμα, βουνά και λαγκάδια γεμάτα χρωματιστές πινελιές. Και στην άκρη αυτού του επίγειου παραδείσου, το διαμάντι σου. Ένα πανέμορφο ξύλινο σπίτάκι με δύο ανθοστόλιστες βεράντες, λιμάνια για να αράξεις και να θαυμάσεις το μεγαλείο της απλότητας.
Στέκεται εκεί με το λευκό, δαντελωτό της φόρεμα. Χαμογελαστή, σαν οπτασία, σε κοιτάζει. Τρέχεις ανυπόμονα, την αρπάζεις και την φιλάς παθιασμένα. Καιρό είχες να γευτείς τα χείλη της. Θέλεις να μείνεις στη στιγμή αυτή για πάντα. Να παγώσεις τον χρόνο. Ψυχρός αέρας σηκώνεται έξαφνα και μια πυκνή ομίχλη καλύπτει τα πάντα. Ξεγλιστράει από τα χέρια σου και από την ματιά σου.

Ο μικρός παφλασμός τάραξε την λίμνη. Σύντομα, όμως, και αυτή η παραφωνία έσβησε και η επιφάνεια της λίμνης ξαναβρήκε την παλιά της παγωμένη ηρεμία...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου