Σάββατο 14 Ιανουαρίου 2012

Σκοτεινές συγκρούσεις.

Η κόρη του ματιού σου διαστέλλεται. Πνίγεσαι. Προσπαθείς μάταια να αναπνεύσεις. Η έλλειψη οξυγόνου σου τρώει βαθιά τα σωθικά. Πρέπει να μπορέσεις να τη λύσεις. Να την κόψεις. Πάει να σου στερήσει, ότι βοήθησε να προστατέψεις. Μυρίζεις καμμένο δέρμα και τρίχες. Ακούς να τσιτσιρίζει η σάρκα του δεξιού σου χεριού. Καυτά κομμάτια τσαλακωμένης λαμαρίνας σε καψαλίζουν. Με πόνο καταφέρνεις να κουνίσεις τον εξαρθρωμένο ώμο σου και να πατήσεις το κόκκινο κουμπί, την ύστατη ώρα. Η ζώνη λύνεταί με φόρα, αιωρείσαι για κλάσματα του δευτερολέπτου και διαλύεις το κεφάλι σου στο παρμπρίζ. Ο αέρας παρασέρνει τις μαύρες στάχτες της φωτιάς σε θλιβερό χορό μπροστά στα δακρυσμένα και θολά σου μάτια. Σκοτάδι. Χάνεις τις αισθήσεις σου.

Νιώθεις να φουντώνεις, αλλά είσαι ανίκανος να κινηθείς. Επιμένεις σαν ανυπότακτος έφηβος. Το μεγάλο κομμάτι γυαλί, καρφωμένο στο πόδι σου, έχει άλλη γνώμη. Τρέφεται από την πρησμένη πληγή σου σαν αιμοβόρο κτήνος.Φλόγες τρεμοπαίζουν κοντά στα μάτια σου. Παλεύεις με νύχια και με δόντια να τσιρίξεις, να καλέσεις σε βοήθεια, αλλά σήμερα δεν είναι η τυχερή σου νύχτα. Οι αχνές και αδύναμες φωνές σου σβήνουν μπροστά στο ουρλιαχτό του πυρωμένου μετάλλου, που κατασπαράζει καλώδια και άλλα εξαρτήματα σε ένα κονσέρτο ρυθμικών εκρήξεων.Η καρδιά σου προσπαθεί να ακολουθήσει τον ρυθμό. Το τέμπο δυναμώνει. Ανίκανη να ακολουθήσει, σιωπά ηττημένη. Μαύρο σκοτάδι.

Ένας έντονος πόνος στο στήθος. Λευκό φως τρυπάει τα μάτια σου. Άγγελοι παλεύουν για την ψυχή σου ή μήπως δαίμονες τρυγάνε το κορμί σου; Ένας συνεχής ενοχλητικός τόνος φτάνει στα αυτιά σου. Το φως απομακρύνεται.

Το στήθος σου τινάζεται και πάλι. Αισθάνεσαι την ψυχή σου να ίπταται. Το αγνώριστο από τις κακώσεις σώμα σου δεν φαίνεται να συμμερίζεται την ίδια τάση εξύψωσης. Κόκκινες πινελιές έχουν ποτίσει τα λευκά γάντια του άντρα, που σε πιέζει να αναπνεύσεις. Να επιζήσεις. Σύντομοι υψηλοί τόνοι αρχίζουν να διακόπτουν αραιά και που την πνιγηρή ατμόσφαιρα. Η ψυχή σου αναγκάζεται βάναυσα να επιστρέψει στο ταλαιπωρημένο σώμα. Η συνάντηση τους σε εξουθενώνει. Λιποθυμάς.

Ψηλαφίζεις το στέρνο σου. Πρέπει να έχουν περάσει μέρες και θέλεις να εξερευνήσεις τις πληγές σου. Φτάνεις στα ράμματα στο μέρος της καρδιάς. Δεν περίμενες να ανακαλύψεις κάτι σημαντικό εκεί. Δεν θυμάσαι και πολλά από το ατύχημα, μόνο ότι ξεγέλασες τον θάνατο. Δεν ζητάς και λογαριασμό, όταν σε κερνάνε την ίδια σου τη ζωή, έστω και δανεική, όπως αποδεικνύεται. Ενίοτε, όμως, ο λογαριασμός σε βρίσκει αυτόβουλα. Έρχεται επίσκεψη και ανοίγει νέες πληγές.

Η μητέρα του νεαρού Ανδρέα στηριζόταν με δυσκολία στην άκρη του κρεβατιού μου. Δεν την γνώριζα, αλλά μου έδινε την εντύπωση, ότι είχε γεράσει αρκετά σε σύντομο χρονικό διάστημα. Σαν ένα κακό συμβάν να της ρούφηξε μονομιάς από τα σωθικά της όλη της τη ζωή και την άφησε μίζερη και δυστυχισμένη να υπομένει το τέλος. Είναι σκληρό να χάνεις τα παιδί σου στα 24 του χρόνια. Να το βλέπεις να σβήνει πριν από σένα. Διαταράσεται η αρμονία του χρόνου και η αδικία σε πνίγει. Αυτό που δεν μπορείς να αντέξεις όμως είναι η εγκατάλειψη. Πώς ένας κτηνώδης άνθρωπος εγκαταλείπει αβοήθητο το θύμα της απανθρωπιάς του; Και τότε αποφασίζεις να αποδείξεις πώς δεν είσαι κτήνος.

Η καρδιά του Ανδρέα χτυπά δυνατά μέσα μου. Μου δίνει μία φωτογραφία του για φυλακτό. "Για να σε προστατεύει απο εκεί ψηλά," μου εξηγεί. Αλλά εγώ δεν ακούω. Μια ξαφνική ημικρανία νεκρώνει όλες τις αισθήσεις μου. Η φωτογραφία ακολουθώντας σπειρωτές κινήσεις πέφτεί στο πάτωμα. Η παρτίδα με τον μαυροφορεμένο υπηρέτη του Άδη ήταν πουλημένη.

Οδηγάω σε έναν ερημικό δρόμο λίγο έξω από τα πανεπιστήμια, με το ραδιόφωνο στη διαπασών και τον αέρα να με θερίζει. Πάντα λάτρευα την βραδυνή οδήγηση. Ερημικοί δρόμοι σου παρέχουν μία ψευδαίσθηση ελευθερίας. Για να ξεπεράσεις τα όρια και να ζήσεις τη στιγμή, το πατάς λίγο παραπάνω. Βγάζω ένα τσιγάρο από το πακέτο και ψάχνω τον αναπτήρα μου.

Βρίσκω το χέρι μου να ψηλαφίζει το σκωροφαγωμένο ύφασμα του καθίσματος του συνοδηγού. Η ατσουμπαλιά μου τέτοιες ώρες με εκνέύριζε αφάνταστα. Το βλέμμα στρέφεται να βοηθήσει στην αναζήτηση του αναπτήρα και το παιχνίδι χάνεται. Τα τρομαγμένα του μάτια λάμπουν για τελευταία φορά στο χλωμό φως του αυτοκινήτου. Το κεφάλι του προσκρούει με δύναμη στο καπό, γεμίζοντας αίματα το παρμπρίζ και ένα υποκωφως ήχος συμπληρώνει την κτηνωδία, καθώς το σώμα του παρασέρνεται κάτω από την μάζα σιδερικών του οχήματος.

Δεν τολμάω να κοιτάξω πίσω. Ο επαναστάτης μέσα μου πνίγηκε στο αίμα. Είχε μετατραπεί σε δειλό ασήμαντο εγωϊστικό ανθρωπάκι. Καταδικάζοντας την ψυχή μου για χάρη του σώματος μου, έβαλα ταχύτητα και απομακρύνθηκα, παραβλέποντας τα δάκρυα στα μάτια μου, που μου φώναζαν το άδικο. Έτρεχα να ξεφύγω από την εικόνα των δικών του ματιών.Έκανα κάμποσα χιλιόμετρα οδηγώντας σαν καταραμένο ζόμπι. Δεν γνώριζα, που πήγαινα. Δεν συνάντησα ψυχή, προτού με σταματήσει βίαια το μπροστινό τμήμα μιας θεόρατης νταλίκας, όταν βγήκα χωρίς προτεραιότητα στην διασταύρωση. Σκοτάδι.

Η κόρη του ματιού σου διαστέλλεται. Πνίγεσαι. Προσπαθείς μάταια να αναπνεύσεις. Η έλλειψη οξυγόνου σου τρώει βαθιά τα σωθικά. Πρέπει να μπορέσεις να τη λύσεις. Να την κόψεις. Πάει να σου στερήσει, ότι βοήθησε να προστατέψεις. Μυρίζεις καμμένο δέρμα και τρίχες. Ακούς να τσιτσιρίζει η σάρκα του δεξιού σου χεριού. Καυτά κομμάτια τσαλακωμένης λαμαρίνας σε καψαλίζουν. Με πόνο καταφέρνεις να κουνίσεις τον εξαρθρωμένο ώμο σου για να πατήσεις το κόκκινο κουμπί, την ύστατη ώρα. Το ξανασκέφτεσαι. Επαναστατείς. Ίσως να είναι το πρώτο στάδιο για την λύτρωση της ψυχής σου. Θυσιάζεις το σώμα. Θέλεις να δεις, πώς θα εξελιχθεί αυτό το μονοπάτι.

Το οξυγόνο τελειώνει. Οι στάχτες της ψυχής σου χορεύουν θλιμένα στα θολά σου μάτια.

Πυκνό σκοτάδι...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου