Σάββατο 14 Ιανουαρίου 2012

Απομνημόνευση.

Στο κρεβάτι είδε την γιαγιά της ξαπλωμένη, με το σκουφί της τραβηγμένο πολύ, κι ένα βλέμμα ιδιαίτερα παράξενο.

"Ω, γιαγιά!", είπε," τι μεγάλα αυτιά που έχεις!"

Η περίεργη ανάμνηση την βρήκε να βαδίζει ανέμελα στο ημισούρουπο. Πρέπει να είχε περιδιαβεί αυτά τα σκουρόχρωμα δάση μικρή, αλλά δεν είχε την παραμικρή συνειδητή εικόνα στο μυαλό της. Μόνο ένα αμυδρό αίσθημα οικειότητας. Μιας οικειότητας που επ' ουδενί δεν της ήταν ευχάριστη. Το στομάχι της ήδη ταλαιπωρούσαν παρωδικοί σπασμοί, ευτυχώς μικρής έντασης. Τα πρώτα ανεπαίσθητα σημάδια της καταιγίδας. Κάτι είχε συμβεί σε αυτο το δάσος. Κάτι που είχε απωθήσει βαθιά μέσα της. Κάτι που είχε γυρίσει για να την στοιχειώσει.

"Μα, γιαγιά, τι μεγάλα μάτια που έχεις!"

Ένα ζευγάρι μελιά μάτια εμφανίστηκαν μπροστά της. Άγνωστος ο κάτοχος τους, αλλά έκρυβε κάτι το γοητευτικό. Αυτή η αίσθηση του πονηρού στο βλέμμα, της τραβούσε πάντα το ενδιαφέρον. Οι επιλογές της ακλόνητα σχεδόν οδηγούσαν συνήθως σε αδιέξοδο. Ανέκαθεν, όμως, θαρρείς και ήταν προγραμματισμένη να παίρνει τον λαθεμένο δρόμο. Τόσο που έτεινε πια να πιστεύει, πως αν έπαιρνε το σωστό δρόμο, η ζωή της θα έχανε κάθε νόημα. Θα βαριόταν αφόρητα μέχρι θανάτου. Όχι! Τα καλοπροαίρετα μάτια είναι για τα παραμύθια και είχε μεγαλώσει πολύ πια για να πιστεύει σε αυτά. Αυτή την λάμψη θέλω, που κάτι κρύβει πίσω της.

"Γιαγιά, τι τρομακτικά μεγάλο στόμα που έχεις!"

Νέα ασυναρτησία εικόνας και ήχου. Τα χείλη, που έβλεπε στην μνήμη της, ήταν ζουμερά και ημισαρκώδη. Τα συνόδευε ένα θελγηματικό πηγούνι. Κάτι στην όλη εικόνα της χτυπούσε το καμπανάκι του κινδύνου, αλλά μόνο διαισθητικά προς το παρόν. Δεν μπορούσε να συμπεράνει, τι έσφιγγε όλο και περισσότερο το στομάχι της. Κάποια προειδοποίηση, θαμμένη στην ψυχή της, αμυδρές μεμψιμοιρίες ψέλιζε. Δεν μπορούσε να βγάλει κανένα νόημα. Ο ήλιος έδυε πίσω από τις φυλλωσιές και το ελάχιστο φως από τις ασύμμετρες σχισμές γεννούσε νέους φόβους.

"Αχ, πόσο φοβήθηκα! Τι σκοτεινά που ήταν μέσα στον λύκο!"

Ψηλάφισε σκωπτικά τον κορμό του δέντρου. Είχε βρέθει γρήγορα πεσμένη στα γόνατα, όταν πανικοβλήθηκε ξαφνικά και άρχισε να τρέχει άσκοπα προς κάποια κατεύθυνση, που ενστικτωδώς ονόμασε "πίσω". Η ενοχλητική υφή του κορμού, σε αυτήν την περίπτωση πρόσφερε μια περίεργη ανακούφιση. Είχε ένα πρώτο σημείο αναφοράς. Τώρα, που τα μάτια της κατόρθωσαν να προσαρμοστούν στο βαθύ σκοτάδι και να της προσφέρουν αμυδρά σχήματα, ένιωσε ενοχές για τον ανεξέλεγκτο πανικό. Παρόλο που ένιωθε όμως ασφαλής, οι πόνοι στο στομάχι της είχαν γίνει αφόρητοι πια. Με μεγάλη δυσκολία κατάφερνε να σταθεί, χρησιμοποιώντας ως υποστηρίγματα κάθε είδους άγνωστα και σκοτεινά φυτά και δέντρα. Ξαφνικά ένιωσε την ζεστασιά του δάσους, σαν την ζεστασιά της μητέρας της, όταν ήταν μικρή και πάσχιζε να στηριχτεί για να περπατήσει. Τότε που μπορούσαν να αντέξουν η μία την άλλη για παραπάνω από πέντε λεπτά, χωρίς να αρχίσουν τις φωνές, τις υστερίες ή την θανατερή σιωπή.

Η κοκκινοσκουφίτσα μάζεψε γρήγορα πέτρες και γέμισε την κοιλιά του λύκου. Όταν ο λύκος ξύπνησε ήθελε να ξεφύγει, αλλά οι πέτρες ήταν πολύ βαριές και ο λύκος έπεσε νεκρός.

Ανακατώστρα θλίψη την έκανε να κραυγάσει. Παράξενα καμώματα φέρνει αυτό το δάσος και ανάστροφες οι θύμησες έρχονται στο μυαλό της. Σαν να νιωσε πως έχασε αυτό που αναζητούσε. Μα, λάμπουν τα μάτια του στο σκοτάδι, γυαλιστερό το ασπράδι τους, δύσκολα το λαθεύεις. Τρέχει και τον αγκαλιάζει. Πραγματικός, φανταστικός αλήθεια δεν γνωρίζει. Πριν λίγο κοίτονταν νεκρός από δικό της λάθος. Προσηλώνεται για λίγο στα μάτια του. Μεγεύεται. Απωθεί ότι κακό της είχαν προξενήσει.

"Τι υπέροχα μελιά μάτια..."

Με το που το είπε αυτό, ο λύκος ορμάει με ένα σάλτο και την κάνει μια χαψιά!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου