
Ασημένιες αιχμές σχισμή στο συνεχές σου προκαλούν,
χορό αυγής και σκώτους στήνει το ανάδευμα σου,
παράξενους αχούς του δράκου οι δαγκάνες αντηχούν,
μικρός ακόμη φοβάσαι για τα δάχτυλα σου.
Υδρόφιλα δεσμά τριγύρω. Ασφυχτική και πνιγηρή ατμόσφαιρα,στην πρόωρα σχηματισμένη μορφή σου. Αισθήσεις μισοαναπτυγμένες, τρομακτικά μηνύματα περνούν στην εύθραυστη ύπαρξη σου. Μαρμαρωμένος αυτοκράτορας και ο Βρούτος ακόμα συνομωτεί με το σφυρί και το κοπίδι. Δυσπλασίες αναμένουν να φυτρώσουν στην ψυχή σου. Στην φυλακή με άδικη κατηγορία. Μα ποιος σε έκλεισε εκεί και τι ζητά;
Χρόνια σκουριάς και σαπίλας είχαν κατακαθίσει στα σίδερα του κελιού. Η αιώνια εναλλαγή υγρασίας και ξηρασίας βασάνιζαν το δυνατό τους περίβλημα. Κάθε φορά που τα κοιτούσε απογοητευόταν έντονα. Αν ακόμα και τα σίδερα λυγίζουν και υποκλίνονται στα καπρίτσια της φύσης, τι πιθανότητες είχε να επικρατήσει; Θα έσβηνε με τον καιρό σαν μία παλιά ανάμνηση, καταχωνιασμένη στο σκωροφαγωμένο ξύλινο σεντούκι στο πατάρι. Οι νέοι ιδιοκτήτες το ανακάλυψαν μια τρομακτική βροχερή νύχτα και αποφάσισαν να ζεσταθούν στις φλόγες του. Μαύρες στάχτες, τρομακτική δυσωδία αγκάλιασαν το χώρο. Πρέπει να μυρίζει άσχημα μια φλεγόμενη ψυχή.
Δεν μπορούσε να μιλήσει. Ανίσχυρες μικρές κινήσεις πάλευαν να μεταδώσουν τα νοήματα του. Δεν ήθελε όμως να ακούσει, ομιλίες και άγνωστες κραυγές δυσκόλευαν την διαμονή του. Η παράνοια της μοναξιάς άρχιζε να γίνεται δεύτερη του φύση. Επέλεξε μια έννοια για την κατάσταση του. Μονωτική παίδευση. Τον παίδευαν με την λεκτική απομόνωση. Είχαν βάλει την κασέτα σε μία ασυγκράτητη λούπα και είχαν συντονίσει τον εγκέφαλο του στην κατάλληλη συχνότητα, για να απορροφά αδηφάγα τα σήματα. Διψασμένος νομάς στην έρημο το μυαλό του, έβρισκε την όαση του σε αυτά τα μουντά νερά. Αν ήταν μολυσμένα δεν μπορούσε να γνωρίζει, μιας και η γνώση με την μοναξιά δεν τα πηγαίνει καλά. Η σιγουριά απαιτεί δύο και στην έρημο οι αμμοθύελες με γρίφους απαντούσαν. Ψυχή άλλη καμία εκεί κοντά.
Όταν ξεκίνησες το ταξίδι, δεν θυμάσαι αυτά τα κελιά. Έτρεχες ανέμελος στα λιβάδια της αυλής. Σαν αυτή η φυλακή να χτίστηκε γύρω σου, την ώρα που εσύ δεν κοιτούσες. Τώρα που προσπαθείς να κοιτάξεις, το φως στις χαραμάδες είναι ελάχιστο. Νιώθεις την πλημμύρα των ασυνάρτητων ήχων να σφίγγει το λαρύγγι σου. Ασφυκτιάς. Είσαι ανίκανος να κολυμπήσεις στα ρηχά. Το τέλος του μαρτυρίου σου πλησιάζει. Τα νερά στο κελί αγγίζουν σχεδόν το ταβάνι. Τότε, αφήνεις το κακό να μπει. Ανοίγεις το στόμα και αφήνεσαι στον ατιμωτικό πνιγμό. Τα κατάφεραν. Σε νίκησαν. Τα σίδερα στο είχαν πει εξαρχής. Δεν έχεις ελπίδα.
Ενα δυνατό φως. Ο δρόμος για τον ουρανό. Ετοιμάζεσαι να αφήσεις την ψυχή σου να λυτρωθεί. Το μυαλό σου ένα λευκό χιονισμένο τοπίο. Ανάμεσα στις περίτεχνα σχηματισμένες νιφάδες διάσπαρτες λέξεις, σκέψεις, ήχοι. Πέφτουν στο χώμα και λιώνουν. Ποτίζουν την γη. Το τοπίο σε συγκινεί. Ξεσπάς σε ένα άγριο κλάμα. Είναι η μόνη διέξοδος που έχεις. Δεν γνωρίζεις άλλους κώδικες επικοινωνίας. Κάνεις ασυναίσθητες κινήσεις, καθώς σε παραδίδουν στην αγκαλιά της.
Τραβάς τον αέρα όλο του κόσμου σε μία ανάσα, μόλις βλέπεις το γαλήνιο πρόσωπο της. Τα κελιά γκρεμίστηκαν, είσαι ελεύθερος να τρέξεις στα λιβάδια της νέας σου ζωής. Ένα ασυγκράτητο άτι σε έναν ατελείωτο και απεριόριστο κόσμο. Ζεστά δάκρυα ποτίζουν το έδαφος φυτρώνοντας πανέμορφες άγριες, αγκαθωτές τριανταφυλλίες.
Οι οπλές σου, όμως, ραγίζουν και δυσκολεύεσαι να καλπάσεις. Χλιμιντρίζεις ανεξέλεγκτα για να δαμάσεις τον πόνο. Παράξενος άνεμος σηκώνεται. Γνώριμοι ήχοι συντονίζονται με τις κραυγές σου.
Ψάχνεις στον ορίζοντα να βρείς από που πηγάζουν και ξαφνικά τα μάτια σου γυαλίζουν. Τρέχεις στο μονοπάτι που ανοίγεται μπροστά σου για ώρες, για μέρες. Εύχεσαι να κάνεις λάθος. Η δικάιωση σπάνια έρχεται για τους φυλακισμένους. Προσκρούεις στον αόρατο τοίχο και γίνεσαι κομμάτια. Πόσο σίγουρος είσαι ότι και το νεο σκοτάδι δεν έχει τα δικά του τείχη;
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου