Σάββατο 14 Ιανουαρίου 2012

Ασκήσεις Αναπνοής.

Μπόχα και δυσωδία αναδύεται από τους υπόγειους υπονόμους. Λύματα και κατακάθια στη βάση της πυραμίδας. Μία πόλη χτισμένη πάνω στα περιτώματα της. Σαθρά θεμέλια για την δόμηση μίας υγιούς κοινωνίας. Ένας άρρωστος αέρας μολύνει τις ψυχές των ανθρώπων και τις κατασπαράζει εκ των έσω. Τράβα βαθιά μια τζούρα και ηρέμησε. Όχι δεν μιλάω για σένα, οι εθισμένοι δεν με ενδιαφέρουν. Όλα είναι καλά στον δικό μας κόσμο.

Τολύπες καπνού παραμορφώνουν την ζωή μας, αλλά αφού δεν υπάρχει φωτιά, μια γλυκιά παραίσθηση θα είναι και αυτές. Όπως και οι πανύψηλοι τοίχοι τριγύρω, που προσφέρουν μια κάλπικη ασφάλεια. Όταν ανταλλάξαμε την φύση για να τους χτίσουμε, γλιτώσαμε από τον φόβο της επιβίωσης. Ισόρροπο σύστημα, λοιπόν, η φύση μας ζήτησε ένα τίμημα. "Τη ζωή σου ή τη ψυχή σου", ψιθύρισε στο σκοτάδι με το όπλο στον κρόταφο. Σφίξαμε τα μάτια και ανατρέψαμε την κίβδηλη ανθρώπινη ανωτερότητα. Ο ρίψασπις βασιλιάς αποκαθηλώθηκε, έγινε κοινός θνητός και αρνήθηκε να πεθάνει. Ο Δον Κιχώτης άρχισε πάλι να βλέπει τους ανεμόμυλους σαν τεράστιους γίγαντες και τα φτερά τους σαν γιγάντια χέρια. Είναι αργά για νουθεσίες καλέ μου Σάντσο, δεν γιατρεύεται με εύκολα γιατροσόφια η τρέλα της ψυχής.

Το άλογο χλιμίντρισε, φανερώνοντας απειλητικά τις αμείλικτες οπλές του. Η πάλλευκη αρκούδα ανεμίζει τα γαντζωτά της νύχια και γρυλίζει αποκαλύπτοντας την καλά λιμαρισμένη οδοντοστοιχία της. Μην τρέξεις το αφιονισμένο άλογο θα σε προλάβει και οι κραυγές σου δεν θα αγγίξουν το λιπαρό τρίχωμα του τέρατος. Χρησιμοποίησε τη δική σου πανοπλία στο θανάσιμο παιχνίδι. Η αιχμή τρυπάει το κρανίο της αρκούδας και το πένθιμο τραγούδι σου ηρεμεί το ατίθασο άτι. Το χορό της νίκης διασαλέυει ο Εφιάλτης. Για άλλη μια φορά δεν τον υπολόγισες και πέρασε τον Δούρειο Ίππο μέσα από τα τείχη της πόλης. Η σουβλέρή αιχμή παρακέντησε ανθρώπινους πνεύμονες αυτή την φορα και δάκρυα μαύρισαν τα μάτια σου. Μαύρο αίμα κύλησε και οι ασκοί του Αιόλου άνοιξαν. Η συνειδητοποίηση της ματαιης ανθρώπινης ζωής, αφού είναι καταδικασμένη εξαρχής να πεθάνει, κάρποφόρησε στο κήπο σου. Αγνή θλίψη σε διαφεντεύει πια.

Βρέχει, αλλά οι σταγόνες λειψές για να ξεπλύνουν της ακούσιες αμαρτίες μας. Ίσως τα δάκρυα κατορθώσουν να απαλύνουν κάποιες πληγές. Η δύσπνοια, όμως, που με επισκέπτεται τα βράδια, δεν λέει να μου γίνει εθισμός. Πνίγομαι και ίδρώνω να γλιτώσω. Ποιος άκαρδος αφήνει μοναχό κάποιον που απεχθάνεται την μοναξιά; Ποιος άψυχος κλείνει ένα πνεύμα που ζητά την αιωνιότητα, σε ένα σώμα προορισμένο να ξεψυχήσει; Η αυγή με λυτρώνει. Βγαίνω έξω και παίρνω βαθιά αναπνοή.

Ο αέρας της πόλης σαν πάντα να μου έκανε καλό τελικά...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου