Το φταίξιμο θα κατακεραυνώσει πρώτα την αλλοπρόσαλλη οικογένεια. Στο όνομα του πατρός, ενός αμετανόητου μπεκρή, κακοπραγίες θα διαπραχθούν. Το βρώμικο ριζικό του επονείδιστου διακονιάρη στα τρεμάμενα χέρια του αλκοολικού σε βαριά κατηγορία θα μετατραπεί. Οράματα βίαιων συμβάντων θα σχηματιστούν ευθύς αμέσως στα μυαλά των γνωστικών, άλλωστε αυτοί πάντα ήξεραν την ιστορία, την είχαν διαισθανθεί από καιρό. Άσχετο αν δεν μίλησαν τότε, προ τετελεσμένων πάντα θριαμβέυουν οι μάντες.
Στο εδώλιο ο ακόλουθος κατακρινόμενος, η επονομαζόμενη και ως κοινωνία. Απρόσωπη θα συρθεί στην αίθουσα του δικαστηρίου. Ποτέ δεν τολμούσαν οι αξιότιμοι κ.κ. δικαστές να την μετουσιώσουν σε πρόσωπο ή πρόσωπα. Πάντοτε ένα στενό άδειο κουστούμι καταδικαζόταν στην μεγίστη τον ποινών. Κατάδηλη η αδικία, αλάργα αλάργα τρύπες ανοίξτε στο φρεσκοπλυμένο ύφασμα! Αναίσχυντη, ανήθικη, ανισόρροπη και χιλιάδες αν, εκσφεδονίζονται από τους φανατισμένους, που διψάνε για θανατικά. Τάλαρα ανταλλάζουν παραπίσω τα ανώνυμα πρόσωπα, συμφωνίες με τους ραφτάδες για τα νέα κουστούμια. Τα κουρέλια του ζητιάνου ξεσκισμένα, οίκτο προκαλούν στους αγνούς περαστικούς. Τι τον οδήγησε άραγε σε αυτή την κατάσταση;
Τα λεφτά ήταν εξαρχής το πρόβλημα έτσι, κακομοίρη μου; Τα λαδωμένα γρανάζια στην μηχανή του κόσμου, σκουριασμένα φθαρμένα σιδερικά πια για σένα, έπαυσαν το καλοκουρδιμένο κάποτε ρολόι σου. Οικονομικές δυσπραγίες σε ξεσπίτωσαν. Ερινύες τα χρέη, ξεσπάθωσαν κατακρεουργώντας με το καμουτσίκι την δύσμορφη πλάτη σου. Μήπως, όμως, οκνηρή η φύση σου; Ακατέργαστα μοιάζουν τα χέρια σου, κάτω από την συσσωρευμένη βρώμα. Δόλος τελικά στο βασανισμένο βλέμμα σου; Δεν σου αξίζει ο οίκτος μου. Τι; Δεν μου το ζήτησες ποτέ; Αναιδή, σχεδόν χαίρομαι για τον ξεπεσμό σου.
Υποφέρει κάθε γέρικο κόκκαλο της εφήμερης διάπλασης μου. Δεν κουβαλάω πολλά χρόνια στο δισάκι μου, τελευταιά όμως το νιώθω επώδυνα επιβαρυμένο. Βαρίες πέτρες οι αιτιάσεις σου λύγισαν την κορμοστασιά μου. Το υπεροπτικό σου βλέμμα με έφερε σήμερα εδώ. Αναίτιες αφορμές ανακάλυπτες, για να μου αποδείξεις την ανωτερότητα σου. Γιατί στέκεσαι εκεί και εγώ εδώ. Εσύ στο ασφαλές νησί και εγώ στην φουρτουνιασμένη θάλασσα, την γεμάτη αφηνιασμένους καρχαρίες. Τη γλώσσα με το χέρι μπέρδεψες, ανόητο ανδρείκελο με τους περιπλεγμένους σπάγγους.
Eγώ πλέον κινώ τα νήματα, σαν εξασκημένος, σαν έτοιμος από καιρό. Σειρά μου να θέσω ερωτήσεις για την άμοιρη ζωή σου. Γιατί αποστρέφεις το βλέμμα σου; Γιατί προβάλλεις τις φοβίες της τιποτένιας ζωής σου πάνω μου, χωρίς ούτε καν να με κοιτάξεις πραγματικά. Τι μπορεί να σου απαντήσει ένας σιωπηλός καθρέφτης; Γύρεψες αποκρίσεις πάλι σε λαθεμένο κόσμο. Μόνο το εσώτερον της ψυχής είδωλο σου σε τούτο το καθρέφτη.
Ο βρώμικος επαίτης τσακίζεται σε χιλιάδες γυαλιστερά κομμάτια, επηρμένη η στάση του, άξια η πλερωμή του. Τι να ήθελε άραγε να σου φανερώσει; Το χέρι σου μάτωσε κατά τη συντριβή. Τρέχεις στο μουχλιασμένο μπάνιο, για να το δέσεις με κάτι πρόχειρες γάζες, ξεχασμένες στο σαπισμένο ντουλάπι. Περιέργως το νιώθεις αμυδρά πιο ζωηρό, πιο ελεύθερο. Ένα βρώμικο κατατρεγμένο πρόσωπο σε παρατηρεί χλευάζοντας απο τον καθρέφτη. Βαριά τα γόνατα τσακίζουν. Τα χείλη σου ματώνουν.
Γονατιστός νιώθεις το κορμί σου να μετατοπίζεται ρυθμικά. Μπρος. Πίσω. Μπρος. Πίσω. Ποια δεινά σε κατατρέχουν και γιατι; Μπρος. Πίσω. Μπρος. Πίσω.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου