Σάββατο 14 Ιανουαρίου 2012

Ανθρωπογονία.

Η δυσωδία της σωματικής ύπαρξης του άγγιζε συχνά το ναδίρ, σε σημείο που τα γαστροοισοφαγικά υγρά του συχνά πάλευαν να μολύνουν το "καθαρό" εξωτερικό περιβάλλον με την παρουσία τους,όταν η μύτη του εστίαζε στην καταφορά του αυτή. Δεν τον απασχολούσε, αντιθέτως τον ηδόνιζε. Διασκέδαζε σαδομαζοχιστικά να βλέπει την μπόχα αυτή να αφυπνίζει πάθη, μίση, όικτο και να καταρρίπτει τον υποκριτικό κοινωνικό καθωσπρεπισμό. Μερικές φορές οι αντιδράσεις θύμιζαν παλιές σλαπστικ κωμωδίες, με τα ενοχλημένα πλήθη να προβαίνουν σε καρικατούρικες αντιδράσεις, όπως το να κάνουν αέρα με το χέρι στην μύτη τους και να βαριανασαίνουν ανα λίγα δευτερόλεπτα, παίρνοντας εκατο διαφορετικές γκριμάτσες ενόχλησης. Σατιρικό στοιχείο, αρνητικά συναισθήματα να αποδεικνύουν τελικα ότι υπάρχει ακομη κάτι μέσα μας. Δεν έχουν αποχαυνωθεί όλα.

Δακρυσμένη η σημερινή νύχτα, αλλά τα θεία δάκρυα είναι λίγα να ξεπλύνουν τα ανομήματα και τις μύχιες σκέψεις του. Κατσαρώνουν τα ολόμακρα μαλλιά του. Κάποια βιβλική φιγούρα του θυμίζει η μορφή, που αντανακλούν οι καθρέπτες στο πέρασμα του. Δεν μπορεί να εστιάσει ποια, αν και ξέρει ότι έχει να κάνει με την αισθητική μείξη μακριού μαλλιού, γενιάδας και βαθυμπλέ χρώματος στα μάτια. Ένας μεσίας τριγυρίζει, λοιπόν, στα μελαμψά δρομάκια της πόλης. Φαντάστηκε την αντίδραση των θρησκόληπτων να τον κυνηγούν με γιαταγάνια και δάδες. Παλιές εποχές ακόμα και αυτές. Οι σύγχρονοι γυάλινοι άνθρωποι θα τον μεταμόρφωναν αμέσως σε νέο μηχάνημα παρασκευής ανούσιου χαρτιού. Από τον Άννα στον Καϊάφα. Βιβλικό χιουμοράκι.

Ήταν άκαπνος απο το πρωί. Είχε προσπαθήσει να κάνει τράκα απο κάποιους περαστικούς, αλλά ηταν απο τις αναθεματισμένες μέρες, που κανείς δεν κάπνιζε. Όσο η έλλειψη αγριέυε το βλέμμα, τόσο ερχόταν στην επιφάνεια η κοινωνική μισαλλοδοξία των ανθρώπων, δυσχεραίνοντας την ικανοποίηση του, που τις τελευταίες ώρες είχε καταντήσει πια επιτακτική ανάγκη. Του γύριζε το μυαλό. Είχε συνδέσει ασυνείδητα τις ιαχές στην στομαχική του κοιλότητα με την ηδονή της τζούρας. Είχε να φάει κανονικά σχεδόν είκοσι ώρες, όταν κάποιος του είχε προσφέρει ένα μισοφαγωμένο σάντουιτς, πετώντας το φιλάνθρωπα στον κάδο των αχρήστων λίγα βήματα μπροστά του. Τον ευχαρίστησε στην βραδινή του προσευχή για αυτή την καλοκάγαθη και ανιδιοτελή προσφορά. Την προτιμούσε από αυτούς που τους τραβούσε την προσοχή, λίγοι είχαν καθαρό βλέμμα και καθαρά χέρια. "Ένα τσιγάρο ρε φίλε θέλω...!"

Για ποια το έχεις γράψει;
Για εκείνη.
Ακόμα ρε φίλε;
Με άλλαξε. Της χρωστάω.
Καλό ή κακό;
Δεν ξέρω τέτοια λόγια. Κάθε αλλαγή για μένα είναι κάτι σημαντικό. Ακόμα και αν μου φέρνει δάκρυα και πόνο. Αλλάζω, αρα υπάρχω. Πεθαίνω στάσιμος.
Όποτε παίζεις, συννεφιάζεις φίλε. Δεν ξέρω, αν θα 'θελα κάτι τέτοιο.
Είναι μάταιο, αλλα αυτές οι χορδές την φέρνουν πάλι εδώ. Αν μπορούσα θα έπαιζα τις συγχορδίες αυτές μέχρι θανάτου.
Γιατί δεν της το λες;
Δεν μπορείς να μιλήσεις σε μία εικόνα. Αυτό ονειρεύομαι, αυτό μου λείπει... η εικόνα της. Η ίδια μπορεί να κατέστρεφε τα πάντα... και πάλι.
Περίμενε. Το ίδιο σκοτάδι είδα στα μάτια σου πριν λίγο. Πέρασε από εδώ, έτσι δεν είναι;
Όχι αυτή που βλέπω μέσα μου. Μία έκλαμψη της. Δεν με αναγνώρισε. Είδε αυτό που περίμενε να δει. Όχι αυτό που πραγματικά έβλεπε. Άκου τη μουσική φίλε. Ταξίδεψε. Μην την σκορπάς με λόγια...

Ένας μεγάλος συγγραφέας θεωρούσε το διάστημα ανάμεσα στον ερχομό στην ζωή και τον θάνατο ως το φως ανάμεσα σε δυο σκοτάδια και τον έρχομο ταυτόχρονα και αρχή του τέλους. Ποιο το νόημα λοιπόν αυτού του φωτός; Η ελευθερία απαντάω. Νομίζεις ότι είσαι καλύτερος από μένα. Εγώ έχω σπάσει τα δεσμά. Ακούω την μουσική και ταξιδεύω. Γυρνάω στους δρόμους και χορταίνει το μάτι μου. Νιώθω το κρύο της φύσης και αισθάνομαι ζωντανός. Ερωτεύομαι, γίνομαι κομμάτια και διαλύομαι στο άπειρο. Ζω μόνο για την εμπειρία της στιγμής, χωρίς να με νοιάζει το μετά. Ξέρω ότι είμαι χώμα, δεν προσπαθώ να γίνω τρεχούμενο νερό. Δεν μένω όμως στην γλάστρα. Ασφυκτιώ. Αφήνω τον άνεμο να με παρασύρει στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, να με διαλύσει στον βράχο. Αφήνω την βροχή, να με κάνει λάσπη, να ενώσει και πάλι τα κομμάτια μου. Αφήνω τον ήλιο να με στεγνώσει, να με συνεφέρει με την ζέση του.

Ποτέ δεν θα κερδίσεις την αθανασία έτσι, φίλε.
Το ποτέ ακούγεται πολύς καιρός, αλλά το ξέρεις πως στην πραγματικότητα δεν διαρκεί ούτε στιγμή.
Πώς θα θυμούνται οτι υπήρξες;
Αιώνιες ανθρώπινες μικρότητες. Άκου αυτή την μελωδία. Την στέλνω στην αιωνιότητα, με ένα συναίσθημα χαραγμένο στις νότες τις. Κάπου, κάποτε αιώνες μακρυά, κάποιος θα παίξει την μελωδία και θα νιώσει, όπως νιώθω εγώ τώρα. Δύο κόκκοι άμμου θα αγγίξουν το άπειρο και θα γίνουν ένας.

Μάθε να ακούς τη μουσική φίλε και η αιωνιότητα είναι δική σου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου