Σάββατο 14 Ιανουαρίου 2012

Το ανθρωπάκι.



“Ταξίδεψα τον κόσμο όλο στην γέφυρα του καραβιού. Ακούτε ρε; Είμαι ο καπετάνιος και σας έχω όλους από κάτω μου. Ακούτε ρε, πουτάνας γιοι; Στην γέφυρα δεν κάνεις αστεία,ρε. Δεν ανεβαίνεις έτσι, παλιομαλάκες. Τρως την καταιγίδα στα μούτρα...”

Η φωνή δυνατή, διαπεραστική, διασχίζει την γεμάτη κόσμο σάλα του πανύψηλου μεταμοντέρνου κτιρίου του σταθμού των τρένων. Οι ανθρώπινες ουρές στους γκισέδες των εισιτηρίων, μετατρέπονται σε κύματα, που συγχρονισμένα στρέφουν στιγμιαία το βλέμμα τους και κοιτάζουν προς την κατεύθυνση της φωνής. Έπειτα, πάλι συγχρονισμένα θαρρείς, νιώθοντας αποστροφή, αλλά και καθωσπρεπισμό, επιστρέφουν το βλέμμα τους στην αρχική του κατεύθυνση. Ενοχλημένοι όλοι, προσπαθούμε να εγκλωβίσουμε ενδότερα τον εκνευρισμό από αυτή την έντονη ρήξη της κοινωνικής ηρεμίας και της καθωσπρέπει κανονικότητας της ζωής εκτός των πυλών. Βάζω τις ψείρες στα αυτιά και αρχίζουν να ξερνάνε δυνατές μελωδίες, για να καλύψουν τις φωνές. Απομόνωση, επιτέλους.

“Μάνααααα! Σ' αγαπάω, μάναααα!”

Στρέφει το βλέμμα του στην κοπέλα στις απέναντι θέσεις, που προσπαθεί μάταια να μην τον κοιτάζει, αλλά δεν μπορεί και να αποκρύψει την ταραχή της και έναν ελαφρύ φόβο από τις δυνατές κραυγές και το παρουσιαστικό του. Ταλαιπωρημένος μεσήλικας άντρας με βρωμερά ρούχα και λιγδιασμένα κοντά μαλλιά. Ρυτιδιασμένο μέτωπο από την ταλαιπωρία, πρησμένα και θολωμένα μάτια και ένα έντονο ροδαλό χρώμα από το ποτό. Το χνώτο του ζέχνει αλκοόλ. Βλέπει τον φόβο και παίρνει φωτιά.

“Πουτάνες! Στην γέφυρα είναι το μοναδικό μέρος, που δεν ανεβαίνουν γυναίκες. Δεν ανεβαίνουν γυναίκες. Καμία γυναίκα, γιατί είναι όλες πουτάνες. Εκεί δεν μπορείτε να ανέβετε. Ακούτε ρε;”

Φωνάζει, κομπιάζει και χάνει τον ειρμό, τύφλα στο ποτό. Βγάζει τα παπούτσια και κάθεται με τις βρώμικες και τρύπιες κάλτσες, τρέμοντας στα διπλά καθίσματα. Σηκώνεται και συνεχίζει να φωνάζει, για λίγο, χωρίς ειρμό. Η κοπέλα δεν βαστάει άλλο, φωνάζει τον μηχανοδηγό. Το τρένο θα ξεκινήσει σε λίγο και όλοι οι επιβάτες είναι εμφανώς εκνευρισμένοι. Το κατακάθι διαρρηγνύει την πολιτισμένη ηρεμία μας, φωνάζοντας και βρίζοντας. Ο μεθυσμένος με εκνευρίζει, αλλά τα ακουστικά με διευκολύνουν να αποφύγω οποιαδήποτε οπτική επαφή μαζί του. Κοιτάζω έξω, δήθεν, αδιάφορος. Οι φωνές στο βάθος της μουσικής, όμως, συνεχίζουν να προκαλούν την ψυχή μου. Κάθομαι εκεί, δύο θέσεις δίπλα, αμέτοχος, δήθεν αδιάφορος, δήθεν καθωσπρέπει και δήθεν ατάραχος.

“Θα το βουλώσω. Θα το βουλώσω. Εδώ θα κάτσω και δεν θα με ακούσεις, ρε. Εντάξει, μην τραβάς. Θα το βουλώσω σου λέω ρε. Μάναααα! Πάω να ανάψω κερί στην μάνα μου. Στον τάφο της μάνας μου, ρε πουτάνας γιε. Μάνααα, σ' αγαπάω μάνα. Ένα χρόνο δεν πήγα...”

Βουρκώνει. Τον αναγκάζουν να καθίσει. Του φωνάζουν εδώ και ώρα, τον απειλούν ότι θα φωνάξουν την αστυνομία και θα τον κατεβάσουν, αν δεν ηρεμήσει. Σταματάει για λίγο. Σηκώνεται και τριγυρίζει στο βαγόνι. Επιστρέφει μουρμουρίζοντας. Έχει γνωρίσει κάθε είδους ανθρώπους, λέει σιγανά. Καλούς, κακούς, μάγκες, αυτούς που το παίζουν μάγκες. Τους ξέρει όλους. Δεν αντέχει, ξεσπάει πάλι. Θα τους δείξει αυτός μαγκιά. Σηκώνεται και τριγυρνάει ξυπόλυτος στο βαγόνι. Πηγαίνει στο διπλανό βαγόνι. Φωνές. Ένας από τους μηχανοδηγούς τον φέρνει πίσω. Τον σπρώχνει στο κάθισμα του, του φωνάζει, τον απειλεί ότι θα τον κατεβάσει, τον αναγκάζει να βάλει παπούτσια. "Άντε πολλά μας τα 'πες."

"Θέλω να ανάψω κερί στην μάνα μου, καταλαβαίνεις; Έχω ένα χρόνο. Δύο χρόνια δεν έχω μιλήσει με τον αδερφό μου. Σ' αγαπάω μάνα. Σ' αγαπάω και σένα, πουτάνας γιε. Πρέπει να πάω στον τάφο της μάνας μου. Σ’ αγαπάω μάνα. Πουτάνας γιε..."

Σηκώνεται και πάει να τον αγκαλιάσει. Ο μηχανοδηγός τον σπρώχνει στο κάθισμα του φανερά εκνευρισμένος. Τώρα τον βρίζει, έχει χάσει την ψυχραιμία του. Δίνει εντολή να σταματήσουν και να τον κατεβάσουν στην επόμενη στάση. Ο μεθυσμένος βουρκώνει. Βρίσκει κρυψώνα για το κεφάλι του στα δυο ροζιασμένα και βρώμικα χέρια του. Ο φόβος εντωμεταξύ έχει ξεγλιστρήσει από την ψυχή της κοπέλας. Τον έχει αντικαταστήσει μία αηδία και περιφρόνηση. Θέλει διακαώς να τον κατεβάσουν επιτέλους. Όλοι θέλουμε να κατέβει...

Κοιτάζω το άσπρο τοπίο έξω από το παράθυρο και προσηλώνω το ακέραιο βλέμμα μου μακριά από την φασαρία. Το κρύο έξω έχει αρχίσει να τρυπώνει στο εσωτερικό του μεταλλικού βαγονιού. Ερωτήματα και σκέψεις κατακλύζουν το μυαλό μου, παρόλο που το δειλό στόμα μου αρνείται να τα εξωτερικεύσει. Εδώ και ώρα, έχουν αρχίσει να θολώνουν τα όρια του κοινωνικά ορθού. Ο "υπάνθρωπος" φωνάζει, βρίζει, προκαλεί, για αυτό ο άνθρωπος φωνάζει, βρίζει και χειρονομεί. Ποια είναι η δικαιολογία μας; Οφθαλμός αντί οφθαλμού; Η κοινωνική και σωματική "αρρώστια" αντιμετωπίζεται από την κοινωνία με τον μοναδικό τρόπο που ήξερε πάντα να την αντιμετωπίζει. Χώνουμε το νυστέρι στην πληγή και αφαιρούμε το καρκίνωμα. Βλέπω τα αίματα στα χέρια μου, αλλά δεν αντιδρώ. Δεν απορώ πως μάτωσα. Δεν κρατούσα το νυστέρι. Το καθοδηγούσα απλά με την σιωπή μου.

“Σε παρακαλώ, ρε. Μάνααα. Θέλω να ανάψω κερί στον τάφο της μάνας μου. Άντε γαμήσου. Έτσι μου είπε. Να σε βρίζει το παιδί σου ρε; Δεν με κάλεσε στον γάμο της. Έχεις πρόβλημα με το ποτό, δεν σε θέλω εκεί. Το ίδιο σου το παιδί. Και ο πατέρας μου με έδιωξε. Μάνα, σ' αγαπάω μάνα. Πρέπει να ανάψω κερί στον τάφο της. Ένα χρόνο έχω να πάω στο χωριό. Σε παρακαλώ, πουτάνας γιε...”

Έχει δακρύσει, αλλά δεν τον ακούν πλέον. Λίγα λεπτά πριν σταματήσουμε στην στάση, ψάχνει για λίγη συμπόνια στα μάτια των άλλων επιβατών, όλοι τον αποφεύγουν. Καθώς τον σηκώνουν για να τον κατεβάσουν στον κρύο σταθμό, δύο στάσεις πριν το προορισμό του, πλέον κλαίει. Θέλω να σηκωθώ, να τους πω να τον αφήσουν ήσυχο. Ότι θα τον προσέχω εγώ. Να τον βάλω να μου μιλάει, έστω ασυνάρτητα για τα βάσανα του. Να τον πάω να ανάψει κερί στην μάνα του. Να τον βοηθήσω να ξεμεθύσει και να συνέλθει.

Η πόρτα ανοίγει και βρίσκεται στο κρύο. Παλεύει να ξανανέβει και τον εμποδίζουν. Η πόρτα κλείνει. Παραμένω ακίνητος και σιωπηλός. Το τρένο ξεκινάει και τον βλέπω στον κρύο σταθμό σκυμμένο, σκωπτικό να απομακρύνεται… Τότε συνειδητοποιώ, πως λάθος ανθρωπάκι κατέβασαν από το τρένο. Το πραγματικό ανθρωπάκι συνέχιζε σιωπηλό το ταξίδι του...

Υφαίνοντας τον Ονειρότοπο_ Part I: Κραυγές στο σκοτάδι.


1.
Υπολόγιζε ότι είχε να κοιμηθεί πάνω από μία ώρα εδώ και μέρες. Ούτε για αυτό δεν μπορούσε να είναι σίγουρος πια. Το μυαλό του είχε μπλέξει τις στιγμές σε έναν άλυτο κόμπο. Πότε τον πήρε ο ύπνος τελευταία φορά; Πότε μίλησε με την Άννα για το πρόβλημα του; Της είχε μιλήσει τελικά ή δεν είχε προλάβει; Είχε ζήσει την ίδια συζήτηση στο μυαλό του τόσες φορές, που του είχε γίνει βίωμα, αλλά υπήρξε πραγματικά;

Πλέον μπορούσε να είναι σίγουρος μόνο για τα απτά και αποδείξιμα. Δεν ήταν τόσα πολλά σίγουρα, αλλά ήταν η σωσίβια λέμβος, που τον κρατούσε από την άβυσσο της παραφροσύνης. Τα γένια του, για παράδειγμα, ήταν πέντε ημερών. Μια συνηθισμένη πράξη το ξύρισμα για τους φυσιολογικούς ανθρώπους. Για τον ίδιο, όμως, ένα από τα λίγα σημεία, που μπορούσε να τοποθετήσει με σιγουριά στον χάρτη του χρόνου. Ήξερε πλέον ότι αυτά τα χρονικά σημεία εξαντλούνταν απελπιστικά γρήγορα, καθώς περνούσε ο καιρός.

Αυτό τον έκανε να συνειδητοποιήσει και κάτι άλλο. Η καταλυτική εκείνη στιγμή, που έκοψε τα φρένα στην σκέψη του και τον έστειλε με φουλ γκάζια στον γκρεμό, ήταν η αφετηρία της νέας χρονικής του πραγματικότητας. Μιας πραγματικότητας τόσο αβέβαιης και δαιδαλώδους, που σύντομα θα τον κατάπινε στα έγκατα της, αν έχανε την αρχή του νήματος. Αν ξεχνούσε εκείνη την βροχερή νύχτα, που η κοπέλα στην φωτογραφία χάριζε το πιο αυθόρμητο της χαμόγελο στον φακό της φωτογραφικής του μηχανής, ώρες πριν την κραυγή. Μια διαπεραστική κραυγή, που του έκοψε το αίμα.

2.
Η έλλειψη ύπνου κάνει τα πράγματα να κινούνται γύρω σου όλο και πιο αργά. Στο σημείο που βρισκόμουν, ήταν σαν η ζωή μου να είναι ένα τεράστιο βίντεο, που κάποιος μαλάκας αποφάσισε να το βάλει σε αργή κίνηση, σαν να λάτρευε τον πόνο του να αγγίζεις ξανά και ξανά τις πληγές σε μια μωλωπισμένη ψυχή. Επώδυνα αργά. Σαν να παρατείνεις τη διαμονή σου σε ένα ερειπωμένο μοτέλ γεμάτο κοριούς και κατσαρίδες. Κόλαση!

Αυτό που με τρομάζει περισσότερο, όμως, είναι η μοναξιά της παύσης, του κενού χρόνου. Συνέβη ευτυχώς μόνο μία φορά μετά το συμβάν. Την πρώτη άργησα αρκετά να το συνειδητοποιήσω. Πρέπει να ήταν λίγο καιρό, αφότου άρχισα να προσέχω, ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Παρακολουθούσα διαρκώς τους δείκτες του ρολογιού μου και τους ένιωθα σχεδόν σε ακαμψία κάποιες φορές. Χρειάστηκε να αλλάξω μπαταρίες δυο ή τρεις φορές, προτού συνειδητοποιήσω ότι απλά είχαν αρχίσει να επιβραδύνονται, συμπαρασύροντας και την ταχύτητα των πραγμάτων γύρω μου. Ανά διαστήματα σαν να δέχονταν ένα σύντομο ηλεκτροσόκ, τους ένιωθα να επανέρχονται στην συνηθισμένη τους ροή. Ή μήπως το σοκ αυτό συνέβαινε σε μένα;

Διέσχιζα κατά μήκος την οδό Ονείρου, απορροφημένος τελείως από τους δείκτες του ρολογιού μου, ένα δώρο της Άννας ένα φθινοπωρινό βράδυ, που είχαμε βρεθεί σπίτι της. "Για να οργανώσεις καλύτερα τον χρόνο σου, γλυκέ μου, και να σταματήσεις να με στήνεις πια στα ραντεβού μας", είχε αστειευτεί. Καταραμένος χρόνος, σκέφτηκα προχωρώντας. Δεν μπορούσα να τον βάλω σε τάξη, τότε που κινούνταν κανονικά, θα τον βάλω τώρα, που έχει γαμηθεί; Και τότε κάτι άλλαξε…

Δύο κοπέλες περπατούσαν μπροστά μου σε κάποια απόσταση, απορροφημένες σε άσκοπες συζητήσεις. Νεαρές στην ηλικία και με αδιάφορο παρουσιαστικό, δεν θα μου τραβούσαν την προσοχή, αν οι συριστικές τους φωνές, δεν διέκοπταν εκνευριστικά το φλερτ μου με τους δείκτες. Ενώ το μυαλό μου ανέσυρε από την μνήμη του ένα μεγάλο κομμάτι του υβρεολόγιου μου, συνειδητοποίησα ότι το ενοχλητικό δίδυμο ετοιμαζόταν να διασχίσει απρόσεκτα τον δρόμο κάθετα, αποφασίζοντας να παραβλέψει το μεγάλο μαύρο Σεντάν, που κατευθυνόταν με φόρα πάνω τους.

Το μόνο που ακουγόταν πλέον ήταν οι παλμοί της καρδιάς μου, να χτυπάει σε ξέφρενους ρυθμούς από τον φόβο. Τότε, η εικόνα άρχισε σταδιακά να επιβραδύνεται τόσο πολύ, ώστε άρχισε να γίνεται πλέον ορατό το θολό ίχνος του διερχόμενου αυτοκινήτου σε κάθε στάδιο της κίνησης του. Οι χτύποι αραιώσαν, συνοδεύοντας ταιριαστά τον αργό ρυθμό της σκηνής. Εκείνη την ώρα, η αυξημένη αδρεναλίνη μου είχε καταφέρει επιτέλους να παγώσει την φωνή της σκέψης στο μυαλό μου και ξύπνησε μονομιάς τον μηχανισμό του ενστίκτου μου. Ξεχύθηκα στον δρόμο, προσπαθώντας να προειδοποιήσω τις κοπέλες. Ποτέ μην εμπιστεύεσαι τελικά ένα αγουροξυπνημένο ένστικτο. Οι κοπέλες πρόσεξαν το αμάξι την τελευταία στιγμή και έκαναν μισό βήμα πίσω, ώστε με μία απότομη μανούβρα να περάσει ελάχιστα εκατοστά από τον μηρό της πρώτης. Ο οδηγός όμως πανικοβλημένος, έχασε τον έλεγχο του οχήματος και φρενάροντας απότομα, ετοιμαζόταν να καρφώσει την μπροστινή προφυλακτήρα στα γόνατα μου, στέλνοντας το κρανίο μου με φόρα πάνω στο παρμπρίζ του.

Τελευταίος χτύπος, εκατοστά πριν την σύγκρουση. Όλα πάγωσαν τριγύρω. Σιωπή και μοναξιά. Συνήλθα απότομα από τον τρόμο της κίνησης, για να τρομοκρατηθώ σταδιακά από την ηρεμία της ακινησίας. Άνθρωποι γύρω ακίνητοι σε έξαλλη κατάσταση λόγω του επικείμενου ατυχήματος μου. Σαν φωτογραφία έμενε ακόμη η φοβισμένη όψη των δύο κοριτσιών: το ζαρωμένο από το φόβο πρόσωπο τους και οι τελείως διεσταλμένες κόρες των ματιών τους. Σαν κάποιος να κοίταζε κατάματα τον θάνατο και να προετοιμαζόταν σωματικά για το αποτρόπαιο θέαμα.

Σηκώθηκα και άρχισα να περνάω μέσα από τα ανθρώπινα «αγάλματα», παρατηρώντας λεπτομέρειες, που η συνεχής κίνηση δεν σου επιτρέπει να δεις, όπως τις διεσταλμένες φλέβες στον λαιμό του άμοιρου οδηγού, καθώς ετοιμαζόταν να μου κόψει το νήμα της ζωής. Και τότε συνειδητοποίησα την διάρκεια του κενού. Και αν διαρκούσε αιώνια; Τρομοκρατήθηκα. Μόνος σε ένα παγωμένο κόσμο. Ποιο το νόημα; Ένιωσα την καρδιά μου, απόλυτα σιωπηλή μέχρι τότε, να σκιρτάει ελαφρά. Τα πάντα άρχισαν να ξεκινούν νωχελικά. Έτρεξα μακριά ανακουφισμένος και με τα συγχυσμένα βλέμματα των δύο κοριτσιών να με ακολουθούν, μέχρι που χάθηκα στο πλήθος.

3.
Ο καπνός από το τσιγάρο του σαν να λιβάνιζε το άδειο δωμάτιο. Φορούσε ένα καλοσιδερωμένο μαύρο κουστούμι και μια λεπτή μαύρη γραβάτα, που έκανε έντονη αντίθεση με το λευκό του πουκάμισο. Σιχαινόταν τα καθωσπρέπει ρούχα. Σίγουρα σιχαινόταν τις γραβάτες. Της το χρώσταγε, όμως. Του είχε αγοράσει δυο τρεις σε διάφορα χρώματα μέσα στα δύο χρόνια της σχέσης τους. Πίστευε ότι έτσι ίσως τον «εκβίαζε» συναισθηματικά να τις φορέσει. Από την αρχή θυμάται πόσο προσπαθούσε να τον κάνει να ωριμάσει. Για τον ίδιο αυτό συμβόλιζε η γραβάτα. Ένα σύμβολο ότι μεγάλωσε, ότι ωρίμασε, αλλά και εντέλει ότι συμβιβάστηκε. Ο πατέρας του άρχισε να φοράει γραβάτα, όταν έπιασε εκείνη την κωλο-δουλειά στο δημόσιο, την δουλειά που ενδόμυχα τόσο μισούσε και βαριόταν. Από τότε δεν έλεγε να την αποχωριστεί, λες και αυτή θα έδειχνε το κοινωνικό του στάτους ή την σοβαρότητα του. «Παπαριές!», είχε σκεφτεί, πριν καταχωνιάσει τα δώρα της στην πίσω σκονισμένη πλευρά της ντουλάπας. Τώρα όμως ήταν διαφορετικά. Σαν να τον είχε ωριμάσει απότομα η απουσία της. Έλειπε αυτή και πλέον είχε πάψει να είναι παιδί. Το πρόβλημα ήταν ότι πλέον ένιωθε να έχει προσπεράσει μια εποχή. Ένιωθε γερασμένος χωρίς αυτή. Είχε καταντήσει ένας μίζερος ηλικιωμένος άνδρας…

Το τασάκι ήταν γεμάτο γόπες, αλλά δεν ήθελε να το αδειάσει. Ένας παράταιρος φόρος τιμής σε εκείνη. Κοιτάζοντας τις αιωρούμενες στάχτες στο λιγοστό φώς του παραθύρου, ένιωσε το στομάχι του να ανακατεύεται ξανά. Δεν μπορούσε να θυμηθεί την τελευταία φορά, που είχε φάει κάτι. Διόλου περίεργο στην κατάσταση του. Μόνο ατέλειωτα τσιγάρα και δυνατοί καφέδες. Το στομάχι του συνέχιζε το ενοχλητικό του έργο, φέρνοντας μαζί και μια αίσθηση ναυτίας για παρέα.
«Γαμώτο…», φώναξε εκνευρισμένος, «γιατί ρε Άννα;»

Ο φρέσκος αέρας του πρωινού τον βρήκε διπλωμένο στην λεκάνη της τουαλέτας. Πλέον μπορούσε να προσθέσει και ένα έντονο πιάσιμο στον αυχένα στην λίστα με τα υπόλοιπα δεινά του. Σηκώθηκε και τρικλίζοντας πήγε στο κρεβάτι. Περίεργο αλλά πλέον το ένιωθε σαν ένα κλειστοφοβικό κλουβί. Προσπάθησε να κλείσει τα μάτια του. Η φωνή στο μυαλό του δεν έλεγε να σβήσει. Σαν ένα καταραμένο ραδιόφωνο, που παίζει το ίδιο χιλιοπαιγμένο γαμωτράγουδο ξανά και ξανά. Μια ατέρμονη λούπα των όσων είχαν συμβεί το τελευταίο διάστημα. Και δεν ήταν καθόλου ευχάριστα… Προσπάθησε και πάλι να κλείσει τα μάτια του. Το κινέζικο βασανιστήριο συνεχίστηκε και τότε αποφάσισε να αφεθεί. Για άλλη μια φορά να τα μαρτυρήσει όλα. Να κατηγορήσει τον ίδιο του τον εαυτό.

«Ναι, κύριοι δικαστές, ίσως έφταιξα. Θα σας μιλήσω για όλα όσα έγιναν, μήπως βρω την άκρη. Μήπως τη φέρω πίσω.» Μα ποιον κορόιδευε; Ο μονόλογος στο μυαλό του δεν θα άλλαζε τίποτα. Ποτέ δεν του έδινε καμία λύση, παρά μόνο πόνο. Ακόμη περισσότερο πόνο. «Καταραμένη ανθρώπινη φύση.»

4.
Άνοιξα με δυσκολία τα μάτια μου. Ένας θολός χώρος. Σταδιακά κατορθώνω να εστιάσω και μπορώ πλέον να διακρίνω κάποια γνώριμα αντικείμενα. Ένας χνουδωτός καφετί αρκούδος με ένα έντονο μπεζ μπάλωμα στην ένωση του υφάσματος στην κοιλιά του. Το πρώτο δώρο μου σε αυτήν. Το αποτέλεσμα της δικής μου αργοπορίας εμφανές πλέον στον σώμα του. Η Άννα δεν φημίζονταν για την υπομονή της και ήμουν ευτυχής, που δεν το πέταξε διαλυμένο στα σκουπίδια, όταν της το πήγα για δώρο επετείου δύο ημέρες μετά την κανονική ημερομηνία μαζί με μία απολογητική κάρτα. Είχα βάλει όλο το συγγραφικό μου ταλέντο, για να πετύχω την εξιλέωση μου. Άλλωστε, και το ανέφερα στην κάρτα, έπρεπε να είχε καταλάβει μέχρι τότε, πως δεν φημιζόμουν για την καλή μου μνήμη, ιδιαίτερα σε ημερομηνίες. Ποτέ δεν κατάλαβα αν αυτή μου η αναφορά οδήγησε την κάρτα στις φλόγες του αναμένου τζακιού και ποτέ δεν είχα το κουράγιο να ρωτήσω. Ο αρκούδος τελικά επιδιορθώθηκε από μία τοπική μοδίστρα και κρατούσε πλέον συντροφιά στο μεγάλο ασημί ρολόι στο ξύλινο κομοδίνο δίπλα στο κρεβάτι.

Είχα κοιμηθεί πάλι στο σπίτι της ύστερα από ένα βράδυ γερής κραιπάλης με ποτά, τσιγάρα και ένας διάολος ξέρει τι άλλο είχαμε πάρει στο κλαμπ χτες το βράδυ. Κλασικά το κεφάλι βαρύ, αλλά αυτό που με τσάκιζε κάθε φορά ήταν το στομάχι μου. Το ένιωθα σαν θάλασσα που ανακατεύεται ασύστολα από το πλοίο της γραμμής. Μόνο που το δικό μου πλοίο αυτή τη στιγμή φάνταζε υπερωκεάνιο. Ο προσωπικός μου Τιτανικός.

Για λίγο το μυαλό μου ξεχάστηκε με αυτή τη σκέψη, γρήγορα όμως επανήλθε με κάποια καινούργια. Το συναίσθημα σήμερα έμοιαζε κάπως διαφορετικό. Η διαίσθηση μου χτυπούσε το καμπανάκι, πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Γρήγορα ο κόμπος ανέβηκε ψηλότερα από το στομάχι. Ένιωσα σαν χολή το σάλιο στο στόμα του. Αποφάσισα να σηκωθώ, να κάνω έναν γρήγορο έλεγχο, πως όλα ήταν εντάξει, και να βυθιστώ στο ζεστό κρεβάτι για την υπόλοιπη μέρα. Σκατά! Ποιον κοροϊδεύω; Ήμουν σχεδόν σίγουρος ότι τίποτε δεν θα ήταν εντάξει. Πότε πήγαινε κάτι καλά για να πάει τώρα;

Δεν χρειάστηκαν περισσότερα από τέσσερα βήματα, για να συνειδητοποιήσω πόσο δίκιο είχα. Οι γυμνές μου πατούσες υγράνθηκαν απότομα, γεγονός που έστρεψε το βλέμμα μου στο πάτωμα. «Γαμώτο!» Μια λίμνη αίματος ερχόταν από το διάδρομο. Το χέρι μου άρχισε να τρέμει. Ένιωθα κάτωχρος. Δεν θεωρούσα τον εαυτό μου θρήσκο, αλλά θα ορκιζόμουν ότι στο φοβισμένο μυαλό μου αντιλαλούσε μία θεία επίκληση. Σαν υπνωτισμένος ακολούθησα κάποια στίγματα αίματος στον δεξί πλαϊνό τοίχο του διαδρόμου. Δεν τολμούσα να κοιτάξω ξανά κάτω.

Έφτασα με δυσκολία μπροστά στην μισάνοιχτη πόρτα του μπάνιου στο τέλος του διαδρόμου. Η λαβή του χερουλιού έσταζε ανά διαστήματα κόκκινες σταγόνες στην γωνία από το λευκό χαλάκι του μπάνιου, διαταράσσοντας την μονοχρωματική αρμονία του. Πήρα βαθιά ανάσα και γράπωσα με την δεξιά παλάμη μου το χερούλι, λες και αυτό ήταν υπαίτιο για όλα αυτά. Έσπρωξα προσεκτικά την πόρτα και άρχισαν να τρίζουν οι σκουριασμένοι μεντεσέδες, δίνοντας τη δική τους μουσική πινελιά στον τρόμο του θεάματος.

5.
«Ξέρεις την Τζένη; Από πού;» ρώτησε με αυτό το πονηρό χαμόγελο, που μέσα του έκρυβε έναν αμυδρό χλευασμό.

Μία ανιαρή βραδιά ανάμεσα σε ανούσιους γνωστούς και μέτριους φίλους είχε μόλις αποκτήσει την πρώτη σπίθα ενδιαφέροντος.

Μαθήματα αστρονομίας.

Αστροκύτωμα τρίτου βαθμού. Του ήρθε αναγούλα, καθώς τελείωσε την ανάγνωση του βαρύγδουπου όρου. Περιέχονταν σε ένα μελανένιο πλαίσιο στο κάτω μέρος της κόλλας με τα αποτελέσματα των ιατρικών του εξετάσεων. Η αρχή του τέλους τον βρήκε απροετοίμαστο, παρόλο που το είχε σκεφτεί μερικές φορές στα τόσα χρόνια ζωής. Προσπάθησε να σκεφτεί κάτι αστείο, για να ελαφρύνει την φουρτούνα στο στομάχι του. Δεν τα κατάφερε. Δεν βρίσκονταν ακόμη σε αυτό το στάδιο της αποδοχής. Βρισκόταν στο στάδιο του θυμού. Του έφταιγαν όλα. Έσκισε το χαρτί και τσάκισε δυο γυάλινα διακοσμητικά στον τοίχο του σαλονιού. Δεν έβλεπε πια από τα δάκρυα. Σαν μενόμενος ταύρος, θηρίο ανήμερο διέλυσε με τυφλό μίσος, ότι μπορούσε να πιάσει στα χέρια του. Ούρλιαξε. Παρατήρησε τις ματωμένες πατούσες του από τα διάσπαρτα γυαλιά που είχε πατήσει και δεν ένιωθε τον παραμικρό πόνο. Ο κακοήθης όγκος στον εγκέφαλο δεν είχε νεκρώσει ακόμη τις αισθαντικές του ικανότητες, αυτό μπορεί να έρχονταν αργότερα. Η οργή όμως είχε μπλοκάρει τα πάντα, μέχρι και την ανάσα του για λίγο...

Έξι μήνες ζωής. Άρχισα να μετράω το παρελθόν. Πόσους έξι μήνες σπατάλησα αδρανής; Άρχισα να αραδιάζω γραμμούλες, νούμερα, γράμματα. Κατέγραψα όλες τις εν δυνάμει παράλληλες τροχιές της ζωής μου. Τότε μόνο συνειδητοποίησα, ότι αυτό έκανα πάντα. Στοίβαζα δυνατότητες και έχανα πραγματικότητες. Υπολόγιζα τι θα μπορούσα να κάνω, αλλά δεν το έκανα ποτέ. Εν ευθέτω χρόνω σκεφτόμουν. Πέταξα όλα τα γραμμένα στο τζάκι και τα μπουρλότιασα, σιχτηρίζοντας τον εαυτό μου, γιατί συνέχιζε να σπαταλάει πολύτιμο πλέον χρόνο, ιδιαίτερα τώρα που είναι συνειδητά πεπερασμένος. Αργότερα, σκέφτηκα ότι πάντοτε ήταν πεπερασμένος, απλά η γνώση πια του τέλους σαν να τον συντόμευε και ταυτόχρονα του έδινε μεγάλη αξία. Φαντάστηκα πόσο διαφορετικός θα ήταν ο κόσμος, αν με το που γεννιόταν κάποιος, μάθαινε πότε θα πεθάνει. Πόση αξία θα αποκτούσε η ενδιάμεση ζωή;

Δεν θα έκανα σε έξι μήνες, όσα δεν έκανα στα 32 χρόνια της μάταιης, όπως αποδείχτηκε, παρουσίας μου σε αυτόν τον κόσμο. Το να το προσπαθήσω θα ήταν ακόμη πιο μάταιο, έως απογοητευτικό. Θα μπορούσα να ταξιδέψω, να γεμίσω θεάματα και ηδονές. Να γευτώ πράγματα, που δεν έχω καν ιδέα πώς να περιγράψω. Να ζήσω την ζωή χωρίς τους περιορισμούς, που σου επιβάλλει το άγνωστο χρονικά τέλος. Όταν δεν φοβάσαι να πεθάνεις, με την έννοια ότι δεν περνάει πια από το χέρι σου ο τρόπος και ο χρόνος, μπορείς να ζήσεις ελεύθερος. Μπορείς λίγο πολύ να κάνεις ότι ονειρεύεσαι, ακόμη και αν είναι κοινωνικά ανήθικο ή λανθασμένο. Η κοινωνία χάνει την εξουσία της τιμωρίας στον άνθρωπο και μένει μόνο η αρχαία "αιδώς" να αποτελεί το μόνο ηθικό όριο. Δεν ήθελα τίποτα από όλα αυτά, μου φαίνονταν τόσο εφήμερα και σε ανθρώπινο επίπεδο ματαιόδοξα. Μόνο μία στιγμή απόλυτης ολοκλήρωσης μου έφτανε. Ναι, αυτό μου έλειπε.

Πρώτες χημειοθεραπείες πριν την εγχείρηση. Το μούδιασμα μετά τις ενδοφλέβιες ενέσεις χειροτέρευε την ψυχολογία μου. Μέχρι την γνωριμία μου με τον προάγγελο του τέλους θεωρούσα τον εαυτό μου ένα είδος "επιδιορθωτή". Έψαχνα να βρω λύση για κάθε πρόβλημα, για κάθε σπασμένο γεγονός στην ζωή μου. Έπρεπε να το φτιάξω, έπρεπε να επιδιορθώσω κάθε λαθεμένη ή κακή κίνηση, ιδιαίτερα αν αποτελούσε mea culpa. Συχνά, λοιπόν, καθώς η έννοια της τύχης δεν λειτουργούσε και πολύ σωστά στην καθημερινότητα μου, έφτανα να παλεύω ακόμη και για τα απλά. Δεν γνωρίζω αν κάποιος "τυχερός", για παράδειγμα, θα κατάφερνε να πάει στο πιο σημαντικό επαγγελματικό ραντεβού στην ώρα του, χωρίς να τελειώσει η βενζίνη την ημέρα που συμπτωματικά έχουν απεργία τα ταξί και χωρίς να πρέπει να σχεδιάσει την πιο γρήγορη και τυχερή απο καθυστερήσεις διαδρομή με τα μέσα μαζικής συγκοινωνίας. Κάθε εμπόδιο για καλό όμως. Έρχεσαι σε εγρήγορση και ψάχνεις λύση για τα πάντα. Τι γίνεται, λοιπόν, όταν δεν μπορείς να επιδιορθώσεις κάτι; Καταλαβαίνεις τη μικρότητα του ανθρώπου στο σύμπαν και πέφτεις σε κατάθλιψη. Αυτό συνέβη με την Άννα.

Το συνοθύλευμα χρονικής παραφωνίας, παρεξηγήσεων και προσωπικών διαφορών έσπασε την σύνδεση. Δυόμιση χρόνια μετά τον κεραυνό, που με βρήκε εν αιθρία, όταν την πρωτογνώρισα, μάζεψε ένα πρωί τα πράγματα της και βγήκε από την ζωή μου. Έβγαλα την εργαλειοθήκη μου, αλλά κανένα εξάρτημα δεν ταίριαζε. Οι ρωγμές ήταν μόνιμες και η καρδιά μου σαράβαλο πια, ανίκανη να νιώσει τόσο δύνατα. Οξύμωρο ότι χτυπήθηκα στο μυαλό τελικά και η καρδιά μου, έστω και ραγισμένη, συνέχισε να χτυπά. Ο επιδιορθωτής χτυπήθηκε ανεπανόρθωτα. Ανεπαρκής πια παράδερνε πηγαίνοντας από την μία αποτυχία στην άλλη, διογκώνοντας το πρόβλημα του. Η μοναξιά μου χτυπούσε την πόρτα λίγο μετά την τρίτη δεκαετία μου και έφερνε μαζί της μαυροφορεμένη παρέα. Ήξερα πια ότι θα της το ζητούσα, όσο δύσκολο και αναξιοπρεπές αν ήταν.

Δύο μέρες πριν την εγχείρηση. Χτύπησα το κουδούνι. Χάρηκε που με είδε και δεν έκανε κανένα σχόλιο για το μάλλινο σκούφο μέσα στον ανοιξιάτικο καιρό. Με αγκάλιασε φιλικά και με κάλεσε στο εσωτερικό. Το σαλόνι ήταν ενιαίο με την κουζίνα και έτσι μπορούσα να την παρατηρώ, όσο έψηνε τον καφέ μου. Τα βαθυπράσινα μάτια της παρέμεναν το ίδιο γοητευτικά, παρόλο που τα χρόνια είχαν κάπως σημαδεύσει το πρόσωπο της. Ένιωσα τα ενδότερα να σκιρτούν, όπως τότε παλιά. Ένα άγχος με διαπέρασε. Ήμουν ακόμη ερωτευμένος μαζί της και το στομάχι μου δεν έχανε ευκαιρία να μου το υπενθυμίζει ανα διαστήματα. Μετά απο μερικές τυπικότητες, της το ξεφούρνισα, βγάζοντας παράλληλα το σκούφο, θαρρείς και ήθελα να αποδείξω την αξιοπιστία του νέου περί του εκφυλισμού μου. Πόνεσε πολυ. Προσπάθησε έντονα να κρύψει τα δάκρυα της για να μην με αποθαρρύνει, αλλά δεν τα κατάφερε. Με αγκάλιασε παρηγορητικά. Βρήκα το θάρρος να προχωρήσω στο σημαντικότερο κομμάτι της επίσκεψης.

Σάστισε για τουλάχιστον πέντε λεπτά, χρόνος που μου φάνηκε μια αιωνιότητα λόγω της τεράστιας αμηχανίας. Με κοιτούσε με γουρλωμένα μάτια και δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη. Δεν την κατηγορώ, ήταν η φυσιολογική αντίδραση. Ξαφνικά εμφανίζεται χρόνια μετά ένας άνθρωπος και σου ζητάει για δύο μέρες να είσαι ερωτευμένη μαζί του, γιατί αυτές μάλιστα είναι κατά πάσα πιθανότητα οι τελευταίες της ζωής του. Όταν βρήκε την συνείδηση της, με ρώτησε πώς ακριβώς το είχα στο μυαλό μου, τι περίμενα από αυτήν. Της εξήγησα. Θα ήθελα τις επόμενες δύο μέρες να επιστρέψουμε στις δύο πρώτες μέρες που ήμασταν μαζί. Ερωτευμένοι, χωρίς τσακωμούς, ηλίθια μπερδέματα και χρονικές παρενέργειες. Δύο τέλειες μέρες μαζί της. Μετά δεν θα την ξαναενοχλούσα αναγκαστικά. Θέλησε να το σκεφτεί εκείνο το βράδυ. Μου τηλεφώνησε αργά λίγο μετα τα μεσάνυχτα. Θα περνούσα να την πάρω το άλλο πρωί και θα κάναμε ότι ήθελα.

Μισή ώρα πριν την εγχείρηση. Μου σφίγγει το χέρι, ενώ οι γιατροί κάνουν τις τελευταίες προετοιμασίες. Οι τελευταίες μέρες ήταν οι καλύτερες της ζωής μου. Περπατήσαμε μιλώντας και γελώντας αρκετές ώρες, πήγαμε για ψάρεμα και ανάψαμε φωτιά το πρώτο βράδυ και κοιμηθήκαμε στο δάσος, κοιτώντας τα άστρα. Που και που κάποιο πεφταστέρι έπεφτε στην αντίληψη μας και ξεκινούσαμε τις ευχές. Της είπα ότι δεν μπορώ να ευχηθώ κάτι παραπάνω από όσα είχα εκείνη την στιγμή. Ένιωθα ότι ήμουν ο βασιλιάς του κόσμου. Δεν σκεφτόμουν τίποτα άλλο. Ήταν σαν ο θάνατος να με οδήγησε σε εκείνη και μόνο για αυτό δεν ήθελα να τον αποφύγω πλέον. Δεν με ένοιαζε. Τα είχα ζήσει όλα. Μου χαμογέλασε και με αγκάλιασε σφιχτά. Φιληθήκαμε παθιασμένα και κάναμε έρωτα με τις φλόγες να δημιουργούν τρεμάμενες σκιές στα φλογερά κορμιά μας.

Δύο χρόνια αργότερα. Κοιτάζω τα άστρα και βλέπω το χαμόγελο σου. Ακόμα, θυμάμαι τα σχόλια των γιατρών, ότι δεν έχουν ξαναδεί πιο χαμογελαστό και ήρεμο ασθενή, ιδιαίτερα για τέτοιες κρίσιμες επεμβάσεις. Από σένα πήρε ο μικρός, λένε, την γλυκύτητα στο πρόσωπο. Του μιλάω από τώρα για σένα. Προσπαθώ να του μάθω να μην χάνει το χρόνο που του δόθηκε, γιατί μπορεί να αποδειχτεί λίγος. Του αρέσει κιόλας να παίζει με παιδικά εργαλεία και να φτιάχνει πράγματα. Καμιά φορά τα βράδια με πιάνουν κλάματα, όταν σκέφτομαι τι χάσαμε και πόσο μου λείπεις. Μετά μπαίνω στο ημιφώτιστο δωμάτιο του μικρού με τα πολύχρωμα αχνά φώτα. Με κοιτάει και βλέπω την λάμψη των ματιών σου στο βλέμμα του.

Και τότε ξέρω. Έστω και αργά, κάταφερες να επιδιορθώσεις το ράγισμα.

Connected.

Περίεργο, αλλά τα γυάλινα αντίγραφα σου σε διάφορες πόζες δεν μου προκάλεσαν το παραμικρό ενδιαφέρον. Αντιθέτως, σαν να σε πάγωσαν μου φάνηκε, σταματώντας κάθε γωνία σου και κάθε στίγμα σου, δίνοντας μου την ευκαιρία να παρατηρήσω την λαθεμένη κατασκευή. Προσπαθούσα να εντοπίσω τις ομοιότητες με το υπέροχο πλάσμα μπροστά μου. Η ζωντάνια και η αέναη στιγμιαία αλλαγή των σημείων του δέρματος σου, καθώς σε παρατηρούσα, σμίλευαν ένα τέλειο πρόσωπο και οι σκιές κατάφερναν να σου δώσουν την γλυκύτητα, που το στιλπνό άγριο φως σου στερούσε, ώστε να μπορέσει να σε αποθανατίσει σωστά.

Θα μπορούσα να σου μιλάω για ώρες, να σε κάνω να γελάσεις, για να αντικρύσω το ξεχωριστό φωτεινό σου βλέμμα και τα έντονα σουφρωμένα χείλη σου, αλλά οι ηλεκτρικές λέξεις παραμένουν πάντα λείες και άρτιες. Δεν ξεθωριάζουν, δεν ζαρώνουν και δεν φωτίζουν, όπως εκείνη η λάμψη στο βλέμμα σου ή εκείνη η μικρή ρυτίδα στο χαμογελαστό σου μέτωπο. Αυστηρά τακτοποιημένες σε σειρές, δειλιάζουν να ξεμυτίσουν και παραμένουν άλαλες και άβιες να με παρατηρούν. Κάποτε παύουν. Ο καθωσπρεπισμός τους και η αχρωμία τους μας στερούν την έμπνευση.

Μετατρέπουν την χημεία σε ηλεκτρισμό. Το αντίγραφο αδυνατεί να φτάσει την αίγλη του πρωτότυπου, την έξαψη της επαφής. Απλά εκδίδει σε μαζικές κόπιες ένα υποκατάστατο. Ακόμη να συνηθίσω την ταμπλέτα φαγητού, Μου λείπει η υφή, η όψη, η ηδονή της βρώσης. Καταπίνω το χάπι και έχω μόλις καταβροχθίσει μια μπριζόλα, προτού καν προλάβω να κουνήσω τους σιελογόνους μου. Η σάρκα λιπάνθηκε με το απαραίτητο καύσιμο, το μυαλό και η ψυχή όμως εμμένει στην ανισορροπία της. Ίσως, γιατί θυμάται παλιά. Αυτό το παλιά που αρχίζει να μην υπάρχει τίποτα πια που να το θυμίζει.

Τουλάχιστον, για τα απτά πράγματα, όπως το φαγητό, έχεις και ένα οπτικό ολόγραμμα για να σου θυμίζει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία τους. Πώς διατηρείς όμως ένα συναίσθημα, όπως η προσωπική επαφή, που δεν υπάρχει κάτι απτό να στο θυμίζει. Ένα συναίσθημα συντηρείται ουσιαστικά μόνο μέσω της αναβίωσης. Θυμόμαστε μόνο ειδάλλως την συγκεκριμένη στιγμή που το νιώσαμε. Ένιωσα ευτυχισμένος ΟΤΑΝ... Αυτή η χρονική περιγραφή του συναισθήματος, που συνήθως συνάδει μαζί με την αιτίαση. Προσπαθούμε με χρόνους και λόγους να περιγράψουμε κάτι που δεν μπορεί να περιγραφεί με λέξεις. Τι γίνεται όμως αν αυτό το συναίσθημα δεν ξανασυμβεί; Αιτίες και γεγονότα δεν θα μπορούν να μας περιγράψουν κάτι που δεν θυμόμαστε πώς είναι. Θλιμμένη νοσταλγία στους εναπομείναντες α- μνησιακούς.

Το οξυγόνο ειρωνικά φθείρει τα ηλεκτρονικά εξαρτήματα και αυτά για να το εκδικηθούν ρούφηξαν όλο το δικό μου αέρα. Αποδρώ καταπιεσμένος στην φύση. Δεν αντέχω. Παίρνοντας βαθιά ανάσα ψάχνω μια ζώσα ψυχή τριγύρω, θέλω να νιώσω την επαφή. Η κρίση αφύπνισης με βρήκε μάλλον μόνο. Το γυαλί νίκησε το δέρμα, αυτή τη φορά όμως το κατακρεούργησε αναίμακτα. Από χώμα ο άνθρωπος, από άμμο το γυαλί, τι πιο φυσικό να συνδέονται.

Ψαύεις απαλά το γυάλινο χέρι μου, ραγίσματα σημαδεύουν την στιλπνή επιφάνεια. Χους ει και εις χουν απελεύσει σκέφτομαι, πριν με παρασύρει ο άνεμος στο επινίκιο ταξίδι. Με το άγγιγμα γκρεμίζω τους γυάλινους γίγαντες σας, σαν άλλος σαλεμένος Δον Κιχώτης. Σας παρασέρνω σε παλιές θύμησες της αυθόρμητης τρανταχτής παρέας. Κοιτάζω ξάφνου πίσω και η ζέστη ξαναζέχει την άμμο, νέοι γίγαντες ανυψώνονται από ισχυρότερο υλικό.

Χαμογέλασε και άγγιξε τους. Αν γίνουν χίλια κομμάτια, αποθεοποίησε τους. Τότε μόνο θα ζήσεις το ταξίδι ελεύθερος.

Το μαύρο χτικιο.

Η ανάσα του συρίζει στα αυτιά σου, καθώς διασχίζει τις μικρές χαραγμές του ανασφάλιστου παράθυρου. Κοιτας και δεν το βλέπεις. Η αόρατη απειλή του, το κάνει ακόμη πιο τρομακτικό. Το τρίχωμα στο δέρμα σου ανασηκώνεται και ανατριχίλες κάνουν διαδρομές στην σπονδυλική σου στήλη. Φωνές στοιχειώνουν τα αυτιά σου. Ασφάλισε τα παράθυρα. Κλείδωσε τις πόρτες. Γελόυσες δυνατά με τους μικροαστικούς τους φόβους. Ζούσες εγωκεντρικά: ότι δεν υπόκειται στην δική σου ακοή και όραση, δεν υφίσταται. Υποδέξου τώρα, λοιπόν, τον νέο σου φίλο και μη δακρύζεις.

Τώρα που μπήκε στο σπίτι σου, κάθεται δίπλα σου και φωτογραφίζει την ψυχή σου. Τώρα που πέρασε στην ύπαρξη, αρχίζει να παίρνει διάφορες ιστορικές μορφές της διαδρομής σου μέχρις εδώ. Όλοι σε κοιτούν και σου χαμογελούν σκωπτικά. Σε κατηγορούν σιωπηλά για κάτι. Κάθε χωμάτινη μορφή παίρνει σάρκα για ελάχιστες στιγμές μπροστά σου και σε κοιτάζει στα μάτια. Τα ανείπωτα ερωτήματα των ματιών είναι πιο σκληρά από τα καλωπισμένα ερωτήματα της γλώσσας. Γιατί άνοιξες την πόρτα στις μορφές αυτές, ήθελες τόσο να τις δεις; Σου έλεγαν, ότι αν τις δεις, ίσως να είναι το τελευταίο ζωντανό πράγμα, που θα αισθανθείς. Σε προειδοποιούσαν να προσέξεις. Η αντίδραστικότητα πάντα στο αίμα σου, όμως, ήθελες να τα βιώσεις όλα αλόγιστα. Ξέχασες τους περιορισμούς της φθαρτής ανθρώπινης φύσης. Τελευταιά στάση του νέου σου φίλου, η δική σου μορφή...

Σε κοιτάει ειρωνικά, με ένα ψέυτικο χαμόγελο. Ο χρόνος αρχίζει να περνάει γρήγορα για το ολόγραμμα σου. Ζαρώνει, σκουραίνει και σαπίζει το δέρμα. Νεκρά κύτταρα γεμίζουν τον αέρα. Ασπρίζουν τα μαλλιά και θολώνουν τα μάτια. Ρωγμές ξεσκίζουν την σάρκα. Αέρας σηκώνεται στο δωμάτιο και στροβιλίζει τα συντρίμια του κορμιού σου. Μένει μόνο μια λάμψη. Σε τυφλώνει και χρησιμοποιείς την παλάμη σου για να προστατέψεις τα μάτια σου. Πονάνε απίστευτα. Τα τρίβεις με τα δυο σου χέρια, για να μειώσεις τον πόνο. Νιώθεις σαν εκατομμύρια καρφίτσες να σε τρυπάνε εσωτερικά. Αίμα τρέχει από τις κόγχες σου. Τα χέρια σου αρχίζουν να ερεθίζονται. Τα τρίβεις, αλλά αυτό κάνει τον ερεθισμό ακόμα μεγαλύτερο. Καταρρακώνεις τις σάρκες σου, τρίβοντας τες στις αιχμηρές επιφάνειες του δωματίου. Και τότε τελειώνει ο αέρας. Κάτι εμποδίζει το αναπνευστικό σου σύστημα. Νιώθεις την θερμοκρασία στο κεφάλι σου να ανεβαίνει και παλεύεις να αναπνεύσεις. Το οξυγόνο τελείωσε. Σωριάζεσαι αιμόφυρτος στο πάτωμα σε εμβρυική στάση. Φεύγεις στην ίδια στάση που ήρθες.

"Καρδία μου;;; Καρδία μου, με ακούς; Σε παρακαλώ...απάντησε μου!"

Οι σπαρακτικοι λυγμοί της δεν μπορούν να φτάσουν πλέον στα αυτιά σου. Ήταν εκεί και σε κοιτούσε να σβήνεις. Καρδιοχτυπούσε σε κάθε σου κίνηση. Λύγιζε σε κάθε σου σπασμό. Είναι η αιτία, που συνεχίζεις να υπάρχεις, σαν ανάμνηση μέσα της. Αν ζούσες μόνος, θα χανόσουν αμέσως στο άπειρο. Είναι η μόνη γιατρειά για το μαύρο χτικιό, έστω και εφήμερη.

Της φωνάζεις να σφαλίσει τα παράθυρα, να κλειδώσει καλά, το μαύρο χτικιό δεν είναι μακριά. Λυπάμαι, μα δεν σε βλέπει, ούτε μπορεί να σε ακούσει. Εσύ έγινες για αυτή τώρα, το μαύρο χτικιό.

Ανθρωπογονία.

Η δυσωδία της σωματικής ύπαρξης του άγγιζε συχνά το ναδίρ, σε σημείο που τα γαστροοισοφαγικά υγρά του συχνά πάλευαν να μολύνουν το "καθαρό" εξωτερικό περιβάλλον με την παρουσία τους,όταν η μύτη του εστίαζε στην καταφορά του αυτή. Δεν τον απασχολούσε, αντιθέτως τον ηδόνιζε. Διασκέδαζε σαδομαζοχιστικά να βλέπει την μπόχα αυτή να αφυπνίζει πάθη, μίση, όικτο και να καταρρίπτει τον υποκριτικό κοινωνικό καθωσπρεπισμό. Μερικές φορές οι αντιδράσεις θύμιζαν παλιές σλαπστικ κωμωδίες, με τα ενοχλημένα πλήθη να προβαίνουν σε καρικατούρικες αντιδράσεις, όπως το να κάνουν αέρα με το χέρι στην μύτη τους και να βαριανασαίνουν ανα λίγα δευτερόλεπτα, παίρνοντας εκατο διαφορετικές γκριμάτσες ενόχλησης. Σατιρικό στοιχείο, αρνητικά συναισθήματα να αποδεικνύουν τελικα ότι υπάρχει ακομη κάτι μέσα μας. Δεν έχουν αποχαυνωθεί όλα.

Δακρυσμένη η σημερινή νύχτα, αλλά τα θεία δάκρυα είναι λίγα να ξεπλύνουν τα ανομήματα και τις μύχιες σκέψεις του. Κατσαρώνουν τα ολόμακρα μαλλιά του. Κάποια βιβλική φιγούρα του θυμίζει η μορφή, που αντανακλούν οι καθρέπτες στο πέρασμα του. Δεν μπορεί να εστιάσει ποια, αν και ξέρει ότι έχει να κάνει με την αισθητική μείξη μακριού μαλλιού, γενιάδας και βαθυμπλέ χρώματος στα μάτια. Ένας μεσίας τριγυρίζει, λοιπόν, στα μελαμψά δρομάκια της πόλης. Φαντάστηκε την αντίδραση των θρησκόληπτων να τον κυνηγούν με γιαταγάνια και δάδες. Παλιές εποχές ακόμα και αυτές. Οι σύγχρονοι γυάλινοι άνθρωποι θα τον μεταμόρφωναν αμέσως σε νέο μηχάνημα παρασκευής ανούσιου χαρτιού. Από τον Άννα στον Καϊάφα. Βιβλικό χιουμοράκι.

Ήταν άκαπνος απο το πρωί. Είχε προσπαθήσει να κάνει τράκα απο κάποιους περαστικούς, αλλά ηταν απο τις αναθεματισμένες μέρες, που κανείς δεν κάπνιζε. Όσο η έλλειψη αγριέυε το βλέμμα, τόσο ερχόταν στην επιφάνεια η κοινωνική μισαλλοδοξία των ανθρώπων, δυσχεραίνοντας την ικανοποίηση του, που τις τελευταίες ώρες είχε καταντήσει πια επιτακτική ανάγκη. Του γύριζε το μυαλό. Είχε συνδέσει ασυνείδητα τις ιαχές στην στομαχική του κοιλότητα με την ηδονή της τζούρας. Είχε να φάει κανονικά σχεδόν είκοσι ώρες, όταν κάποιος του είχε προσφέρει ένα μισοφαγωμένο σάντουιτς, πετώντας το φιλάνθρωπα στον κάδο των αχρήστων λίγα βήματα μπροστά του. Τον ευχαρίστησε στην βραδινή του προσευχή για αυτή την καλοκάγαθη και ανιδιοτελή προσφορά. Την προτιμούσε από αυτούς που τους τραβούσε την προσοχή, λίγοι είχαν καθαρό βλέμμα και καθαρά χέρια. "Ένα τσιγάρο ρε φίλε θέλω...!"

Για ποια το έχεις γράψει;
Για εκείνη.
Ακόμα ρε φίλε;
Με άλλαξε. Της χρωστάω.
Καλό ή κακό;
Δεν ξέρω τέτοια λόγια. Κάθε αλλαγή για μένα είναι κάτι σημαντικό. Ακόμα και αν μου φέρνει δάκρυα και πόνο. Αλλάζω, αρα υπάρχω. Πεθαίνω στάσιμος.
Όποτε παίζεις, συννεφιάζεις φίλε. Δεν ξέρω, αν θα 'θελα κάτι τέτοιο.
Είναι μάταιο, αλλα αυτές οι χορδές την φέρνουν πάλι εδώ. Αν μπορούσα θα έπαιζα τις συγχορδίες αυτές μέχρι θανάτου.
Γιατί δεν της το λες;
Δεν μπορείς να μιλήσεις σε μία εικόνα. Αυτό ονειρεύομαι, αυτό μου λείπει... η εικόνα της. Η ίδια μπορεί να κατέστρεφε τα πάντα... και πάλι.
Περίμενε. Το ίδιο σκοτάδι είδα στα μάτια σου πριν λίγο. Πέρασε από εδώ, έτσι δεν είναι;
Όχι αυτή που βλέπω μέσα μου. Μία έκλαμψη της. Δεν με αναγνώρισε. Είδε αυτό που περίμενε να δει. Όχι αυτό που πραγματικά έβλεπε. Άκου τη μουσική φίλε. Ταξίδεψε. Μην την σκορπάς με λόγια...

Ένας μεγάλος συγγραφέας θεωρούσε το διάστημα ανάμεσα στον ερχομό στην ζωή και τον θάνατο ως το φως ανάμεσα σε δυο σκοτάδια και τον έρχομο ταυτόχρονα και αρχή του τέλους. Ποιο το νόημα λοιπόν αυτού του φωτός; Η ελευθερία απαντάω. Νομίζεις ότι είσαι καλύτερος από μένα. Εγώ έχω σπάσει τα δεσμά. Ακούω την μουσική και ταξιδεύω. Γυρνάω στους δρόμους και χορταίνει το μάτι μου. Νιώθω το κρύο της φύσης και αισθάνομαι ζωντανός. Ερωτεύομαι, γίνομαι κομμάτια και διαλύομαι στο άπειρο. Ζω μόνο για την εμπειρία της στιγμής, χωρίς να με νοιάζει το μετά. Ξέρω ότι είμαι χώμα, δεν προσπαθώ να γίνω τρεχούμενο νερό. Δεν μένω όμως στην γλάστρα. Ασφυκτιώ. Αφήνω τον άνεμο να με παρασύρει στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, να με διαλύσει στον βράχο. Αφήνω την βροχή, να με κάνει λάσπη, να ενώσει και πάλι τα κομμάτια μου. Αφήνω τον ήλιο να με στεγνώσει, να με συνεφέρει με την ζέση του.

Ποτέ δεν θα κερδίσεις την αθανασία έτσι, φίλε.
Το ποτέ ακούγεται πολύς καιρός, αλλά το ξέρεις πως στην πραγματικότητα δεν διαρκεί ούτε στιγμή.
Πώς θα θυμούνται οτι υπήρξες;
Αιώνιες ανθρώπινες μικρότητες. Άκου αυτή την μελωδία. Την στέλνω στην αιωνιότητα, με ένα συναίσθημα χαραγμένο στις νότες τις. Κάπου, κάποτε αιώνες μακρυά, κάποιος θα παίξει την μελωδία και θα νιώσει, όπως νιώθω εγώ τώρα. Δύο κόκκοι άμμου θα αγγίξουν το άπειρο και θα γίνουν ένας.

Μάθε να ακούς τη μουσική φίλε και η αιωνιότητα είναι δική σου.

Απομνημόνευση.

Στο κρεβάτι είδε την γιαγιά της ξαπλωμένη, με το σκουφί της τραβηγμένο πολύ, κι ένα βλέμμα ιδιαίτερα παράξενο.

"Ω, γιαγιά!", είπε," τι μεγάλα αυτιά που έχεις!"

Η περίεργη ανάμνηση την βρήκε να βαδίζει ανέμελα στο ημισούρουπο. Πρέπει να είχε περιδιαβεί αυτά τα σκουρόχρωμα δάση μικρή, αλλά δεν είχε την παραμικρή συνειδητή εικόνα στο μυαλό της. Μόνο ένα αμυδρό αίσθημα οικειότητας. Μιας οικειότητας που επ' ουδενί δεν της ήταν ευχάριστη. Το στομάχι της ήδη ταλαιπωρούσαν παρωδικοί σπασμοί, ευτυχώς μικρής έντασης. Τα πρώτα ανεπαίσθητα σημάδια της καταιγίδας. Κάτι είχε συμβεί σε αυτο το δάσος. Κάτι που είχε απωθήσει βαθιά μέσα της. Κάτι που είχε γυρίσει για να την στοιχειώσει.

"Μα, γιαγιά, τι μεγάλα μάτια που έχεις!"

Ένα ζευγάρι μελιά μάτια εμφανίστηκαν μπροστά της. Άγνωστος ο κάτοχος τους, αλλά έκρυβε κάτι το γοητευτικό. Αυτή η αίσθηση του πονηρού στο βλέμμα, της τραβούσε πάντα το ενδιαφέρον. Οι επιλογές της ακλόνητα σχεδόν οδηγούσαν συνήθως σε αδιέξοδο. Ανέκαθεν, όμως, θαρρείς και ήταν προγραμματισμένη να παίρνει τον λαθεμένο δρόμο. Τόσο που έτεινε πια να πιστεύει, πως αν έπαιρνε το σωστό δρόμο, η ζωή της θα έχανε κάθε νόημα. Θα βαριόταν αφόρητα μέχρι θανάτου. Όχι! Τα καλοπροαίρετα μάτια είναι για τα παραμύθια και είχε μεγαλώσει πολύ πια για να πιστεύει σε αυτά. Αυτή την λάμψη θέλω, που κάτι κρύβει πίσω της.

"Γιαγιά, τι τρομακτικά μεγάλο στόμα που έχεις!"

Νέα ασυναρτησία εικόνας και ήχου. Τα χείλη, που έβλεπε στην μνήμη της, ήταν ζουμερά και ημισαρκώδη. Τα συνόδευε ένα θελγηματικό πηγούνι. Κάτι στην όλη εικόνα της χτυπούσε το καμπανάκι του κινδύνου, αλλά μόνο διαισθητικά προς το παρόν. Δεν μπορούσε να συμπεράνει, τι έσφιγγε όλο και περισσότερο το στομάχι της. Κάποια προειδοποίηση, θαμμένη στην ψυχή της, αμυδρές μεμψιμοιρίες ψέλιζε. Δεν μπορούσε να βγάλει κανένα νόημα. Ο ήλιος έδυε πίσω από τις φυλλωσιές και το ελάχιστο φως από τις ασύμμετρες σχισμές γεννούσε νέους φόβους.

"Αχ, πόσο φοβήθηκα! Τι σκοτεινά που ήταν μέσα στον λύκο!"

Ψηλάφισε σκωπτικά τον κορμό του δέντρου. Είχε βρέθει γρήγορα πεσμένη στα γόνατα, όταν πανικοβλήθηκε ξαφνικά και άρχισε να τρέχει άσκοπα προς κάποια κατεύθυνση, που ενστικτωδώς ονόμασε "πίσω". Η ενοχλητική υφή του κορμού, σε αυτήν την περίπτωση πρόσφερε μια περίεργη ανακούφιση. Είχε ένα πρώτο σημείο αναφοράς. Τώρα, που τα μάτια της κατόρθωσαν να προσαρμοστούν στο βαθύ σκοτάδι και να της προσφέρουν αμυδρά σχήματα, ένιωσε ενοχές για τον ανεξέλεγκτο πανικό. Παρόλο που ένιωθε όμως ασφαλής, οι πόνοι στο στομάχι της είχαν γίνει αφόρητοι πια. Με μεγάλη δυσκολία κατάφερνε να σταθεί, χρησιμοποιώντας ως υποστηρίγματα κάθε είδους άγνωστα και σκοτεινά φυτά και δέντρα. Ξαφνικά ένιωσε την ζεστασιά του δάσους, σαν την ζεστασιά της μητέρας της, όταν ήταν μικρή και πάσχιζε να στηριχτεί για να περπατήσει. Τότε που μπορούσαν να αντέξουν η μία την άλλη για παραπάνω από πέντε λεπτά, χωρίς να αρχίσουν τις φωνές, τις υστερίες ή την θανατερή σιωπή.

Η κοκκινοσκουφίτσα μάζεψε γρήγορα πέτρες και γέμισε την κοιλιά του λύκου. Όταν ο λύκος ξύπνησε ήθελε να ξεφύγει, αλλά οι πέτρες ήταν πολύ βαριές και ο λύκος έπεσε νεκρός.

Ανακατώστρα θλίψη την έκανε να κραυγάσει. Παράξενα καμώματα φέρνει αυτό το δάσος και ανάστροφες οι θύμησες έρχονται στο μυαλό της. Σαν να νιωσε πως έχασε αυτό που αναζητούσε. Μα, λάμπουν τα μάτια του στο σκοτάδι, γυαλιστερό το ασπράδι τους, δύσκολα το λαθεύεις. Τρέχει και τον αγκαλιάζει. Πραγματικός, φανταστικός αλήθεια δεν γνωρίζει. Πριν λίγο κοίτονταν νεκρός από δικό της λάθος. Προσηλώνεται για λίγο στα μάτια του. Μεγεύεται. Απωθεί ότι κακό της είχαν προξενήσει.

"Τι υπέροχα μελιά μάτια..."

Με το που το είπε αυτό, ο λύκος ορμάει με ένα σάλτο και την κάνει μια χαψιά!

Ονειρεύονται οι σκιες;

- Όνομα; Θα αστειεύεστε βέβαια! Άκου όνομα...δίνεις όνομα στο δεξί σου χέρι, για παράδειγμα; Μια γαμημένη επέκταση μίας μεριάς του σώματος σου, που συνήθως μπερδεύεις από πια πλευρά βρίσκεται, όταν βιάζεσαι. Τί όνομα να της δώσω, λοιπόν; Απλά, όπως το χέρι μου, ήξερα πώς θα βρισκόταν εκεί πάντα. Πρέπει να την βρείτε, σας εκλιπαρώ!!! Οι τελευταίες ώρες χωρίς αυτήν μου μοιάζουν...πώς να το πω...μονοδιάστατες!

Μεσήλικοι χαρτογιακάδες! Άλλος ένας από δαύτους αποχαυνωμένος πίσω από τα γιάπικα ματογυάλια του ορθώνεται μπροστά μου, μείγμα ακατάληπτου σνομπισμού και ιδανικής ηλιθιότητας. Άρτιο δείγμα για την λήψη μιας υπεύθυνης θέσης. Κατέχει την τέχνη της υποκρισίας, της αμερόληπτης προσποίησης ενδιαφέροντος και σεβασμού, δύναται να φοράει παρωπίδες δίχως ίχνος παραπόνου. Δεν πρόκειται να λάβω ίχνος βοήθειας, έστω και τις πιο αγνές προθέσεις να είχε. Σκέψου... Σκέψου!

Απεχθάνομαι την αυτοκριτική, αλλά είναι υποχρέωση πια, αν θέλω να λύσω τον γόρδιο δεσμό. Η αδιάληπτη παρουσία της κατόρθωσε να αποδείξει το αντίστροφο του ηρακλείτιου ρητού. Ότι δεν ρει, δεν δύναται να ανήκει στα πάντα. Επομένως, περνάει στην ανυπαρξία. Ευκολα θα μεμφόμουν την ανθρώπινη φύση, πρότερη και πρόχειρη υπαίτιο για κάθε είδους δεινό, αλλά δεν είμαι καθόλου πεπεισμένος, ότι δεν ισχύει ο ίδιος κανόνας και για κάθε άλλη γήινη μορφή ζωής. Δεν θέλω να κατηγορηθώ για σπισιστής. Αρκετά έχω στο κεφάλι μου ήδη...την θεωρούσα δεδομένη το παραδέχομαι.

Απο τότε που πέρασε στην αφάνεια, νιώθω και εγώ ότι διακατέχομαι απο διαφάνεια. Όταν καταρρέει κάτι δεδομένο, αρχίζουν να τρίζουν τα θεμέλια κάθετι άλλου δεδομένου. Όταν αρρωσταίνεις, θυμάσαι ότι μπορεί και να πεθάνεις. Ειδάλλως θεωρείς την υγιεία σου, και κατεπέκτασιν τη ζωή, δεδομένη. Κυκλοφορώ στο δρόμο και νιώθω να συμπλέκομαι με τα υπόλοιπα πλήθη. Δεν ξέρω αν έχει ξανασυμβεί κάτι τέτοιο. Αν πρόκειται για την εξέλιξη του είδους ή αν τελικά θα μείνουμε σαν εμένα να βολοδέρνουμε μοναχικά σε αυτόν τον κόσμο.

Τώρα που ανατρέχω στην ασθενική μου μνήμη, μια ανατριχιαστική ανάμνηση αναδύεται στην επιφάνεια. Ναι, είμαι σίγουρος, γιατί μου είχε κοπεί η χολή εκείνη την πρώτη φορά, που το είχα συνειδητοποιήσει. Ήταν ένα βράδυ, που τριγυρνούσα σε ένα σκοτεινό δεντροφυτευμένο δρομάκι. Πανύψηλα πλατάνια σκέπαζαν το ασθενικό σεληνιακό φώς και τότε την έχασα για λίγο. Χρειάστηκαν λίγα βήματα, για να συνειδητοποιήσω ότι η αίσθηση της ακοής μου είχε οξυνθεί. Ότι άκουγα δυνατά τους ήχους από τα ντυμένα άκρα μου να τσακίζουν τα στεγνά ξερόφυλλα. Έπρεπε κάπως το σώμα μου να αντιδράσει στην έλλειψη της. Η ισορροπία της φύσης έπρεπε να βρει το σωστό αντίβαρο, για να λειτουργήσει. Όταν επέστρεψε, κορόιδεψα τον εαυτό μου σαν ελαφροΐσκιωτο. Πλέον το έβαλα και αυτό στη λίστα με τα δεδομένα, για να αποφύγω την κοινωνική κατακραυγή για την επίδειξη αγνών συναισθημάτων, όπως ο φόβος. Να φοβαμαι εγώ; Αν μπορούσα, θα γελούσα.

Χτες τυλίχτηκα στην αγκαλιά του ασυνείδητου για πρώτη φορά. Ήμουν κουκίδα σε ένα κάτασπρο λαμπερό καμβά. Το τριγύρω λευκό πίεζε την αδύναμη και ελάχιστη σύσταση μου προσπαθώντας να εξαλείψει την παραφωνία. Εγώ πάλευα να αποδείξω, ότι υπάρχω. Ότι αυτή η παραφωνία δίνει το νόημα της στο λευκό. Ότι αν σβήσει, πιθανότατα και το λευκό να σβήσει μαζί του, σύμφωνα με τον Ηράκλειτο. Περίεργη η ονειρική διεργασία...σαν να προσπαθει να αποδείξει με τον δικό της περίεργο και διεστραμμένο τρόπο, τις πικρές αλήθειας της πραγματικότητας

- Όνομα; Μάζα, παρουσία, εμφάνιση, φιγούρα... Πρέπει να την βρούμε οπωσδήποτε. Ίσως πλέον μπορείτε να βοηθήσετε, τώρα που δεν χρειάζεστε πλεόν τα γυαλιά...

Κλείσε τα μάτια.

Κάθισε ακίνητος με τα χέρια στο στήθος. Παραλυτικό σκοτάδι και νεκρική ησυχία. Κατέλυσες τα βασικά φαινόμενα της ζωής. Ο χρόνος και ο τόπος παύουν να υπάρχουν. Μοναχικός μέσα σε εικόνες στο μυαλό σου απορρείς. Υπάρχει ακόμη εκεί έξω αυτό που υπήρχε πρίν; Είσαι τόσο εγωιστής να πιστεύεις, ότι εσύ καθορίζεις την ύπαρξη των αισθητών πραγμάτων. Αν έπαυες να αναπνέεις, θα συνέβαινε το ίδιο και σε όσους έχεις γνωρίσεις στην ζωή σου. Δύο λεπτά σκοτάδι σε ανέλκυσαν στην θεϊκή σου υπόσταση. Τα ίδια δύο λεπτά σε οδήγησαν σε ένα πρωταρχικό βίωμα των θεικών οντοτήτων...την μοναξιά. Άνοιξε τα μάτια...

Πέντε ροζιασμένα δάχτυλα. Πριν λίγο δεν ήταν σαρκώδη, γεμάτα ζωή; Κανείς δεν μπορεί να στο επιβεβαιώσει. Το δωμάτιο στο ημίφως φαντάζει άδειο. Χαϊδεύεις τις ρυτίδες στο κακοζωϊσμένο πρόσωπο. Από τα χαμόγελα της ζωής λες θα είναι, δεν μπορεί. Περίεργο, βέβαια, που το συγκεκριμένο χαμόγελο δεν μπορείς να το σβήσεις. Σαν να έχει σμιλευτεί περίτεχνα από τον τεχνίτη χρόνο. Και όμως δεν αισθάνθηκες ποτέ την παρουσία του. Ήταν εκεί δίπλα σου όλο αυτό το διάστημα. Σου έδινε χαρές και λύπες και εσύ απασχολημένος, δεν τον πρόσεξες ποτέ. Σκάλιζε μεθοδικά το κορμί σου, αλλά ποτέ δεν έβρισκες το χρόνο να σταματήσεις και να κοιτάξεις. Πάντα σκεφτόσουν να δεις, μα πάντα το ανέβαλλες. Αναστρέψιμος ο χαμένος χρόνος, θα τον αναπληρώνες αργότερα. Το αργότερα ήρθε νωρίτερα από ότι το περίμενες...

Τα χείλη γοργά γεύονται τα υφάλμυρα δάκρια. Ποτέ δεν είναι αργά, έτσι σου είχε εκμυστηρευτεί κάποιος κοντινός σου άνθρωπος. Που βρίσκονται, λοιπόν, όλοι, τώρα που τους χρειάζεσαι; Άργησες να τους δώσεις το γέλιο σου και φύγανε; Άργησες να τους δώσεις την καρδιά σου και φύγανε; Το είχες σίγουρα στο μυαλό σου. Ένα επαναλαμβανόμενο αύριο, που ποτέ δεν ερχόταν. Πονηρός ο χρόνος σου άφηνε μόνο ανούσια χτες, γεμάτα εξουθενωτικές δικαιολογίες για να γεμίζεις τον άδειο χρόνο σου. Για να νιώσεις κατά τρόπο "ζωντανός", άφησες πίσω πρόσωπα. Σε ξεγέλασαν ότι η ζωή έχει νόημα χωρίς τις στιγμές. Οτι κενές στιγμές χωρίς ανθρώπους είναι η πεμπτουσία του ζειν. Το σκοτάδι δεν έχει την ίδια άποψη. Φέρνει μοναξιά και δυστυχία.

Το φλέμμα ανεβαίνει στο λαιμό με τον εξουθενωτικό βήχα. Το πρόχειρο μαντίλι βάφεται κόκκινο, αλλά στο σκοτάδι μοιάζει με μαύρη μάζα, έτοιμη να σε καταπιεί. Η γνώση προκαλεί δυστυχία. Κοίτα τους πρωτόπλαστους. Ξέπεσαν στα ανθρώπινα βάσανα, λόγω της δίψας τους για μάθηση. Τώρα ξέρεις, αλλά είναι αργά. Σίγουρα δεν θα έκανες τα ίδια λάθη. Θα άρπαζες κάθε στιγμή και θα την μετουσίωνες σε φωτεινά αστέρια, να νικήσεις το σκοτάδι που σε κατέκλυσε, να νικήσεις την μοναξιά. Ο αχνός από τα ρουθούνια σου εξαφανίζεται και το ελάχιστο φως από το δωμάτιο σβήνει.

Άνοιξε τα μάτια... Οι ρόζοι είναι άφαντοι. Φως λούζει το άδειο δωμάτιο.

"Από αύριο λέω να ξεκινήσω να ζωγραφίζω τον δικό μου ουρανό. Είμαι τόσο κουρασμένος σήμερα..."

Choose...

Καλοκαίρι του '93. Ήταν σίγουρος ότι παρά τον έντονο κάυσωνα, που έδινε μια χρυσαφένια χροιά σε καθετί στον χώρο, ο ιδρώτας στο μέτωπο του δεν εξαρτώταν από κανένα εξωτερικό παράγοντα. Αντιθέτως, ο εκνευριστικός συνεχής θόρυβος του κλιματισμού, του επιβεβαίωνε την υποψία, πώς κάτι μέσα του προκαλούσε αυτές τις σταγόνες, που γαργαλιστικά όργωναν το μέτωπο του. Αναγκάστηκε για τρίτη φορά να σκουπίσει με την παλάμη του το πρόσωπο του, νιώθοντας τα βλέμματα των άλλων κολλημένα στο αναψοκοκκινισμένο του δέρμα.

Κοίταξε ντροπαλά τριγύρω. Ευτυχώς, όλοι ήταν αφοσιωμένοι στις ερωτήσεις μπροστά τους. Τους είχαν απορροφήσει τα τέσσερα μικρά γράμματα μετά από κάθε ερώτηση. Έπρεπε να περιορίσουν το "σωστό" γράμμα μέσα σε ένα στρόγγυλο κλουβί μελάνης. Αφηρημένες έννοιες, τύπου σωστό, λάθος, καλό, κακό, πάντα τον προβλημάτιζαν λόγω του υποκειμενισμού τους και της αδυναμίας του να τις κλιμακώσει. Έπρεπε να διαλέξει το πιο σωστό. Η πιο μεγάλη μαλακία της κοινωνικής συγκρότησης του ανθρώπου. Μπορεις να το πεις; Δεν μπορείς. Έχεις δει όλες τις άλλες μαλακίες, για να κρίνεις ποια είναι η πιο μεγάλη; Και ποιος κρίνει αν είναι πράγματι μαλακία; Αν μαζευτούν όλοι οι υπόλοιποι μαλάκες και πουν ότι αυτό είναι κοινωνικώς ορθό, παύει να είναι μια μαλακία και μισή και γίνεσαι εσύ ο μαλάκας. Επέλεξε λοιπόν...

Μία επιλογή είναι σκέφτεσαι, δεν χάθηκε και ο κόσμος. Ένας απλός κύκλος, στο κάτω- κάτω. Σχεδίασε τον να τελειώνουμε. Η ζέστη γίνεται αποπνικτική, τόσο που νιώθεις την ανάσα σου να πιέζει τα πνευμόνια για να βγει. Ένα απλό πράγμα σε ρωτάνε, που θα μπορούσε να απαντήσει και ένα μωρό. Δεν μπορεί να είσαι τόσο ηλίθιος. Σκουπίζεις με ζόρι για τέταρτη φορά το μέτωπο σου. Οι υπόλοιποι δεν φαίνονται να συμμερίζονται τους προβληματισμούς σου. Κάθονται ασάλευτοι και ήρεμοι και συνεχίζουν να επιλέγουν. Προσπαθείς να στρέψεις την προσοχή σου στους ήχους από το γύρισμα των σελίδων τριγύρω, καθώς οι υπόλοιποι αδηφάγα καταναλώνουν τις ερωτήσεις. Δυσκολεύεσαι, όμως, να μην νιώθεις τους έντονους χτύπους της καρδιάς σου, που σφυροκοπάει σαν τρελή το στήθος σου. Πρέπει να ηρεμήσεις. Μια απλή επιλογή είναι. Πάρε βαθιά ανάσα και επέλεξε...

Το μυαλό σου κουλουβάχατα. Αντιδραστικός ο εγκέφαλος σου, δεν αντέχει την πίεση και υπεραιματώνεται. Η θερμοκρασία ανεβαίνει. Η αναπνοή σου κόβεται. Κατακόκκινος προσπαθείς να πάρεις αέρα. Δεν τα καταφέρνεις. Το κεφάλι σου τραντάζει την ξύλινη επιφάνεια. Η καρδια δεν σαλεύει και οι βολβοί των ματιών έχουν διασταλλεί τόσο, που κοντεύουν να τιναχτούν έξω από τις κόγχες. Καυτό κόκκινο αίμα τρέχει από την μύτη. Το κόκκινο υγρό ποτίζει το φύλλο και συνωμοτικά αποφασίζει να σου παίξει τραγικό παιχνίδι. Νοτίζει κυκλικά το χαρτί στο γράμμα "Γ".

"Ο χρόνος σας τελείωσε," ακούγεται μία βραχνή φωνή στο βάθος. "Ευχαριστούμε για τις επιλογές σας."

Ενθύμιον.

Αγαπητή Άννα,

έλαβα προ ολίγου την έκπληξη σου με την ημερήσια αλληλογραφία μου. Ήταν τόση άκρατη η ευχαρίστηση και ο ενθουσιασμός, που δεν έχασα ευκαιρία. Αμέσως στρώθηκα στο μικρό υποφωτισμένο γραφείο μου στο νωτισμένο υπόγειο, άρπαξα την αγαπημένη μου πένα και άρχισα να λαξεύω στο χαρτι λέξεις, μήπως και καταφέρω στο ελάχιστο να σου μεταδώσω το ανατριχιαστικό συναίσθημα νοσταλγίας, που με συνεπήρε. Αν κάπου βρεις τις σκέψεις μου χειμαρώδεις, ενοχοποίησε την έντονη συναισθηματική μου κατάσταση.

Πώς μπορεί ένας δίσκος βινυλλίου, ένα άψυχο αντικείμενο, να ενεργοποιήσει ήχους και εικόνες στο μυαλό σου; Ένας πλαστικός δίσκος, χαραγμένος με κυκλικά παρόμοια μοτίβα, τίποτα το εντυπωσιακό. Μία ετικέτα ξεσκισμένη και ξεθωριασμένη σχεδόν από τον χρόνο, αποκρουστικό θέαμα στην σύγχρονη εποχή του εικονολάγνου βιομηχανικού σχεδιασμού. Ένα σκουπίδι στα δικά σου χέρια, πολύτιμος θησαυρός στην δική μου ψυχή. Σαν μια ασπρόμαυρη παλιά φωτόγραφία. Άχρηστο ενθύμιο για σένα, δεν γνωρίζεις κανέναν από τους εικονιζόμενους. Αν σου έλεγα ότι είναι η τελευταία χαρούμενη ανάμνηση μου ως παιδί, πριν το θανατηφόρο ατύχημα των γονιών μου, δεν θα δάκρυζες; Αυτή την φωτογραφία μου επέστρεψες σήμερα με το δώρο σου. Ευλογημένη να 'σαι!

Από το όνομα του μεγάλου συνθέτη Richard Strauss αχνοφαίνονται τα τέσσερα πρώτα γραμματα. Έτσι, νιώθω και εγώ πλέον πλούσιος, βαθύπλουτος. Η μνήμη μου ανατρέχει το καρούλι των σκηνών της ζωής μου και φτάνει στις ασπρόμαυρες σεκάνς, εκείνες τις λίγο θολές και φαγωμένες από τα αδυσώπητα χρόνια. Ο πατέρας μου έχει βάλει το δίσκο στο γερμανικό πικάπ με το ξύλινο φινίρισμα και έχει βυθιστεί στην πολυθρόνα. Το γαλήνιο πρόσωπο του με τα μάτια κλειστά θαρρείς και παρασύρεται από τον ρυθμό των βιολιών και την κόρνας. Οι μετατοπίσεις του κεφαλιού συγχρονίζονταν τέλεια με το τέμπο, με κάθε παύση, με κάθε ξέσπασμα. Μία πρωτόγονη ακολουθία εικόνων, μερικές φορές κωμική οφείλω να παραδεχτώ, βαθιά ρίζωσε στο παιδικό τότε μυαλό μου. Και η μελωδία σαν νανούρισμα εγγράφηκε στην ψυχή μου. Από τις λίγες στιγμές, που ο πατέρας μου έβγαζε την πατριαρχική στολή της αυστηρότητας και άφηνε να φανεί μία χαραμάδα ανθρώπινης ζεστασιάς. Σαν επουράνια τιμωρία για την ύβρη του ύστερα ήρθαν οι βόμβες. Αυτό πίστευα για κάποια χρόνια και κλείστηκα σε μία εσωτερική απομόνωση...

Αλλά ας μην ξεφεύγω από το θέμα. Δεκαετίες αργότερα έψαχνα να τον βρω αυτόν το δίσκο. Τον είχα θα λεγε κανείς σχεδόν θεοποιήσει. Φαντάσου ότι τον είχαμε πάρει μεταχειρισμένο από ένα τοπικό παζάρι. Ηταν χωμένο στον πάγκο ενός περιφερόμενου παλιαντζή, ανάμεσα σε πολύτιμα παλιά βιβλία, που είχαν ξεπέσει να πουλιούνται σε εξευτελιστικές τιμές κιτρινισμένα, μουχλιασμένα και σκισμένα. Ευτυχώς οι συγγραφείς τους, όπως ο Νίτσε, δεν βρίσκονταν μπροστά στις ακολασίες αυτές. Βιβλία, που γράφουν περιφρονητικά περί τις κατώτερης τάξης, να πουλιούνται σε λαϊκές αγορές σαν σάπια φρούτα σε βρώμικους πάγκους. Τραγική ειρωνία.

Δεν μπορώ να καταλάβω, πώς κατάφερες να τον εντοπίσεις. Όταν διάβασα το γράμμα σου σχεδόν έκλαιγα, καθώς η ξεχασμένη μέχρι τότε μελωδία έπαιζε μουσικό χαλί στο μυαλό μου. Δεν έχω στο νέο μου σπίτι πικάπ, αναγκαστικά το έδωσα σε κάποιον παλιαντζή όταν μετακόμισα, καθώς τα νέα εφευρήματα κατόρθωσαν να με διαφθείρουν και μένα. Οι μεγάλοι δίσκοι ως δια μαγείας έσπασαν σε μικρότερα κομμάτια και μετατράπηκαν σε μικρούς γυαλιστερούς δίσκους. Έκανα το σφάλμα, λοιπόν, να πιστεψω, ότι είναι άχρηστο ένα μουσικό μηχάνημα αναπαραγωγής, που δεν έχει πλέον να αναπαράγει μουσική από κάπου. Μοιραίο σφάλμα, αλλά δεν γνώριζα τότε για αυτό το ανέλπιστο δέμα που έλαβα.

Κλείνω εδώ την επιστολή μου αυτή, μεταφέροντας σου την πρώτη αίσθηση, μόλις έπιασα στα χέρια μου τον χαμένο δίσκο. Κόντεψε να μου πέσει από την ταραχή και το τρέμουλο. Ύστερα συνειδητοποίησα, ότι το τρέμουλο ήταν εσωτερικό. Η καρδιά μου τρανταζόταν από την συγκίνηση και τις αναμνήσεις.

Σε χιλιοευχαριστώ για αυτή την ζωογόνο κίνηση σου. Θεώρησε ότι ήδη έχω ακούσει τον δίσκο, αφού οι μελωδίες του είναι χαραγμένες στα κύτταρα μου. Όταν όμως σε λίγες μέρες κατορθώσω να τον απολάυσω και αυτήκοα, θα σε ενημερώσω.

Ο θεός να σε έχει καλά,

Με ευγνωμοσύνη,

Κλάους

Υ.Γ. Συγνώμη για το μαύρο μελάνι, αλλά δεν μπορώ να βρω την μπλε πένα, με την οποία είχα γράψει το προηγούμενο μέρος του γράμματος πριν από αυτό το υστερόγραφο. Άκουσα τον δίσκο, αλλά δεν ήταν αυτό που περίμενα. Η ποιότητα του ήταν κάτω του μετρίου, πιθανολογώ λόγω της υπερχρησίας και της παλαιότητας του. Κάποια κομμάτια, δε, είχαν ελάχιστη ομοιότητα με αυτό που θυμόμουν. Προσπαθώντας να διατηρήσω την ακεραιότητα της ανάμνησης μου, τείνω να πιστεύσω ότι δεν ήταν αυτός ακριβώς ο δίσκος, αλλά κάποιος άλλος, που μάλιστα λόγω της ελάχιστης χρήσης του είχε βέλτιστο ήχο. Διαφορετικώς θα πρέπει να αρχίσω να αμφιβάλλω και για τα υπόλοιπα μέρη της εικόνας στο μυαλό μου, όπως το πρόσωπο του πατέρα μου, πράγμα εντελώς απαράδεκτο για μένα.

Υ.Γ.2 Η αναβίωση των αναμνήσεων, πέρα από μία πρόσχαιρη χαρά, οδηγεί σχεδόν αναπόφευκτα στην ολοκληρωτική καταστροφή τους και την παντοτινή αντικατάσταση τους από μέτριες και πενιχρές μνήμες. Καλύτερα να τις αφήνουμε αλώβητες κλεισμένες στην ψυχή μας, διαμορφωμένες όπως εμείς θέλουμε.

Υ.Γ.3 ΟΧΙ άλλες εκπλήξεις


Ο βροχοποιός.

Αλλόκοτη ειμαρμένη σχεδιάστηκε για αυτόν την σπάνια εκείνη στιγμή της σύλληψης του. Θαρρείς και νοτισμένα τα μάτια της αναψοκοκκινισμένης ξεστήθωτης γυναίκας, πότισαν το σπόρο της κοιλίας της με ένα περίεργο φαρμάκι. Σύγχυση επήλθε στο σώμα της, που έμπλεξε την ηδονή με τον βαθύ πόνο, ευκολονόητο σφάλμα λόγω της κοινής εξωτερίκευσης τους. Θλίψη εμπότισε την σαθρή και αναπτυσσόμενη ακόμη ψυχοσύνθεση του. Αργότερα, όταν τα πρώτα φώτα ερέθισαν τους νεοσχημάτιστους αμφιβληστροειδείς του, η θλίψη αυτή βρήκε την διέξοδο της στον κόσμο.

Το σπαρακτικό κλάμα ενός νεογνού, που δεν έλεγε να κοπάσει σε ένταση, δεν θα παραξένευε κανέναν. Κανείς δεν θα θεωρούσε ακόμη ασυνήθιστα τα ζεστά δάκρυα, που κυλούσαν στα μάτια των δύο στριφνών μαιών του βρωμερού παρακμιακού ιατρείου. Το γλυκό θέαμα και η ταλαιπωρία της πρόωρης γέννας θα κρίνονταν ως οι πιθανότεροι υπαίτιοι για αυτή τους την αντίδραση. Γιατί, όμως, μια απροσδιόριστη θλίψη και μία εντεινόμενη ανάγκη να δακρύσει, κατέλαβαν τον δρ. Τζόουνς, τον δεύτερο ιατρό της κλινικής, που δούλευε αμέριμνος στο παρακείμενο γραφείο από την αίθουσα τοκετών;

Ο δρ. Τζόουνς έτρεξε στον προθάλαμο της κλινικής, μήπως και ο καθαρός αέρας από το ανοιχτό παράθυρο τον ηρεμούσε. Η δυνατή μπόρα αναστάτωνε με συνεχείς διακριτούς ήχους την τσίγκινη οροφή. Παρατήρησε τον μαυρισμένο ουρανό του δειλινού. Η μετεωρολογική υπηρεσία μιλούσε για μία ξάστερη και ήρεμη νύχτα νωρίτερα στο παλιό ραδιόφωνο. Άλλη μια εσφαλμένη πρόβλεψη...

Το μικρό διάστημα της παραμονής του νεογέννητου στην κλινική, η αδιάκοπη πυκνή βροχόπτωση δεν έλεγε να κοπάσει. Το παράλογο ήταν, πώς η ίδια μπόρα είχε απορροφηθεί και ριζώσει στο εσώτερο όσων βρίσκονταν ή επισκέπτονταν μοιραία τον χώρο. Το ιατρικό προσωπικό παρουσίαζε αλλόκοτες κατατονικές συμπεριφορές, που κυμαίνονταν από απλή κατάπτωση και ατονία μέχρι έντονες εξάρσεις τσιρίδων, κραυγών ή κλάματος. Οι ασθενείς καταπνίγονταν από έντονα συμπτώματα στο χώρο του ιατρείου και η ακαριαία αυτή επιδείνωση ενστικτωδώς τους απομάκρυνε κακήν κακώς από την κλινική. Η αποτρόπαια ψυχολογική και διανοητική κατάσταση των γονέων σαν πέλεκυς κατακρεουργούσε την μέχρι τότε ήρεμη ζωή τους. Σχεδόν θα προσδιόριζε κάποιος μια αναλαμπή μίσους στα μάτια τους.

Αυτό που δεν έγινε αισθητό εξαιτίας της ασθενικής ατμόσφαιρας του χώρου, ήταν η παράξενη πραότητα στο πρόσωπο του. Όταν έπαυσε το πρώτο κλάμα, ο πρώτος βρυχηθμός, σαν να άρπαξε την ηρεμία από τα περίλυπα και σκυθρωπά πλέον πρόσωπα τριγύρω. Σαν τα ξένα πρόσωπα να εξέφραζαν πλέον τις συναισθηματικές του εναλλαγές, αφήνοντας τον ίδιο αμέτοχο, απρόσωπο. Μέρες μετά οι περαστικοί ανέφεραν μία βουρκωμένη γυναίκα να παρατάει ένα καλάθι μπροστά στην σκουριασμένη σιδερένια πόρτα του τοπικού ορφανοτροφείου, προτού το σκάσει με τον σκοτεινό άνδρα, που την περίμενε. Κανείς δεν είχε, όμως, την ψυχική ηρεμία να αντιδράσει στο συμβάν. Μια απροσδόκητη στεναχώρια και μια αιφνίδια νεροποντή, τους έκανε όλους να το βάλουν στα πόδια.

Δεν κατόρθωνε να διατηρηθεί σε κάποια περιοχή παραπάνω από εξάμηνο. Εκεί είχε προσδιορίσει τα όρια εγκατάστασης του μετά από εκτεταμένες μετακινήσεις. Αποκομμένες εμπειρίες και γνώσεις από δεκάδες σκοτεινά και υγρά μέρη. Από τα μέσα του πέμπτου μήνα περίπου, ξεκινούσε να πακετάρει τα λιγοστά υπάρχοντα του, ενθύμια κάθε διαφορετικής περιοχής, όπου είχε διαβιώσει για λίγο. Πάντοτε, όλοι ήταν ευγενικοί και καλοσυνάτοι στην αρχή, είχε ανακαλύψει πλέον το παιχνίδι τους. Κατέληγαν βάναυσοι, αντικοινωνικοί και απότομοι, να τον πετάνε στον δρόμο, μέχρι να τον μαζέψει ο επόμενος και να ξαναζήσει την ατέρμονη επανάληψη της ίδιας πικρής ιστορίας.

Αυτό που τον ενοχλούσε περισσότερο, όμως, ήταν η βροχή. Τον κορόιδευαν, συχνά, όταν το μαρτυρούσε, για αυτό και είχε σταματήσει πια. Δεν τον πείραζε τόσο η μουντάδα και η διεισδυτική υγρασία, όσο το ότι δεν του επέτρεπε να κλάψει. Μπέρδευε τα δάκρυα του με τις υγρές σταγόνες και δεν γνώριζε, αν δακρύζει αυτός ή ο Θεός εκεί ψηλά. Και πάντα μόνος, έξω στο δρόμο του ερχόταν να κλάψει. Η ζεστασιά των σπιτιών και των ανθρώπων, ακόμα και όταν τον απόπαιρναν, νωπά διατηρούσαν τα μάτια του.

Την αντάμωσε κάτω από το πεσμένο στέγαστρο στο παλιό πάρκο. Είχε καταλύσει εκεί, για να την προστατέψει από την βροχή. Πρόσχαρη, όταν τον είδε λούτσα και λασπωμένο, του έκανε νόημα να πλησιάσει. Καλύφθηκαν ίσα ίσα κάτω από το ζαρωμένο μουσαμά και κατόρθωσαν να ξημερώσουν λιγότερο μουχλιασμένοι. Δεν ήταν εντυπωσιακά ευπαρουσίαστη, αλλά σίγουρα το ότι χαμογελούσε ακόμη ήταν πρωτοφανές για τον ίδιο. Πίστευε ότι ήταν το πρώτο που στερούσε από τους συνευρισκόμενους του. Ίσως κάτι να έχει αλλάξει, σκέφτηκε, και πιθανότατα είχε δίκιο.

Του μίλησε για ένα λυρικό μέρος, φωτεινό και στεγνό. Εκεί, η βροχή και το σκοτάδι είχαν εκδιωχθεί δια παντός. Οι άνθρωποι διήγαν καλότυχες ζωές με ελάχιστες έγνοιες. Θα μπορούσε να δακρύσει και να δει τους αχνούς από το δάκρυ του να εξατμίζονται στην ατμόσφαιρα και να αγγίζουν τον Θεό. Θα μπορούσε να σιγουρευτεί, ότι κανείς δεν του κλέβει το δάκρυ, αυτός κυρίαρχος πλέον των παθών του. Το μόνο πρόβλημα κόντεψε να τον αφήσει σύξυλο. Η Εδέμ του απαιτούσε ένα ταξίδι το λιγότερο έξι μηνών. Θυμήθηκε το όριο του. Και αν μέχρι τότε της συνέβαινε, ότι και στους άλλους; Αν βέβαια κατάφερναν να φτάσουν προτού σπάσει, μπορεί να διέλυε την μάυρη κατάρα. Έπρεπε να το ρισκάρει.

Οι πέντε πρώτοι μήνες πέρασαν δυσβάσταχτα και στα μέσα του έκτου η κατάσταση είχε γίνει σχεδόν ανυπόφορη. Γκρίνιες, κατάπτωση, πίεση και κούραση επιβάρυναν τις ήδη τεταμένες συνθήκες. Και αυτή η ατελείωτη βροχή βασάνιζε τα κορμιά τους και ένιωθαν σαν να έχει ανοίξει τρύπες στα πρόσωπα τους και να διαβρώνει πλέον και τον εγκέφαλο τους. Η αλλαγή της ήταν πρόδηλη. Κάθε ίχνος χαμόγελου είχε σβήσει, στέρευσε κάθε τι καλόβουλο μέσα της. Το παρέσυρε η βροχή σαν χείμαρρος και την άφησε κακοφορμισμένη, να βολοδέρνει προς μία χαμένη πλέον ελπίδα. Λίγο πριν τον τελικό προορισμό κατέρρευσε. Μάταια τα παρακάλια του για ελάχιστη υπομονή. Κάτω από βροχή ύβρεων και φωνών να σβήνουν στο βάθος, συνέχισε το ταξίδι. Τίποτα δεν είχε αλλάξει τελικά, σκέφτηκε.

Έρημο το τοπίο. Αμμόλοφοι καλύπτουν το οπτικό πεδίο προς κάθε κατεύθυνση. Με ένα σκονισμένο μαντίλι καλύπτει τα ερεθισμένα ρουθούνια του. Ο καυτός ήλιος του καίει την σάρκα, πρώτη γεύση του παραδείσου. Αισθάνεται για πρώτη φορά στην ζωή του στεγνός στην φύση. Εξαφάνισε το νερό, εξάτμισε την κατάρα. Είναι ελεύθερος να εκφραστεί, να νιώσει ζωντανός. Η καρδιά του ζεσταίνεται και θυμίζει στο μυαλό τις νοτισμένες και κρύες νύχτες. Τα ατέλειωτα ταξίδια. Τα μάτια του ζαρώνουν, είναι υγρά. Αλμυρές σταγόνες ποτίζουν τα μάγουλα του. Κλαίει. Γεμίζει από ζωντάνια.

Οι σταγόνες αυξάνουν και η καταιγίδα στην έρημο δεν αργεί να έρθει. Οι νομάδες δακρύζουν ξαφνικά και αρχίζουν τις μετάνοιες. Ποτέ άλλοτε δεν είχαν δει θλιμμένο τον Θεό...

Το εκκρεμές.

Η παλινδρομική κίνηση της πλάτης αναμοχλεύει την αόρατη αιωρούμενη σκόνη γύρω του. Το αδυσώπητα χαρακωμένο πρόσωπο από τον χρόνο αναδύει μία αίσθηση σιωπηρής τυράννίας. Οι σουβλιές στο κάτω χείλος από τα δαγκώματα της ανισόπεδης οδοντοστοιχίας, βαθιά εξωτερικά στίγματα της άνισης εσωτερικής μάχης. Τι βασανίζει άραγε τον πλανώδιο επαίτη; Ποιο ξόρκι κόμπο έδεσε τους κρυφούς σπάγγους του και τον κατάντησε γονυπετή μαριονέτα, ανίκανη να στεριώσει όρθια στον κόσμο;

Το φταίξιμο θα κατακεραυνώσει πρώτα την αλλοπρόσαλλη οικογένεια. Στο όνομα του πατρός, ενός αμετανόητου μπεκρή, κακοπραγίες θα διαπραχθούν. Το βρώμικο ριζικό του επονείδιστου διακονιάρη στα τρεμάμενα χέρια του αλκοολικού σε βαριά κατηγορία θα μετατραπεί. Οράματα βίαιων συμβάντων θα σχηματιστούν ευθύς αμέσως στα μυαλά των γνωστικών, άλλωστε αυτοί πάντα ήξεραν την ιστορία, την είχαν διαισθανθεί από καιρό. Άσχετο αν δεν μίλησαν τότε, προ τετελεσμένων πάντα θριαμβέυουν οι μάντες.

Στο εδώλιο ο ακόλουθος κατακρινόμενος, η επονομαζόμενη και ως κοινωνία. Απρόσωπη θα συρθεί στην αίθουσα του δικαστηρίου. Ποτέ δεν τολμούσαν οι αξιότιμοι κ.κ. δικαστές να την μετουσιώσουν σε πρόσωπο ή πρόσωπα. Πάντοτε ένα στενό άδειο κουστούμι καταδικαζόταν στην μεγίστη τον ποινών. Κατάδηλη η αδικία, αλάργα αλάργα τρύπες ανοίξτε στο φρεσκοπλυμένο ύφασμα! Αναίσχυντη, ανήθικη, ανισόρροπη και χιλιάδες αν, εκσφεδονίζονται από τους φανατισμένους, που διψάνε για θανατικά. Τάλαρα ανταλλάζουν παραπίσω τα ανώνυμα πρόσωπα, συμφωνίες με τους ραφτάδες για τα νέα κουστούμια. Τα κουρέλια του ζητιάνου ξεσκισμένα, οίκτο προκαλούν στους αγνούς περαστικούς. Τι τον οδήγησε άραγε σε αυτή την κατάσταση;

Τα λεφτά ήταν εξαρχής το πρόβλημα έτσι, κακομοίρη μου; Τα λαδωμένα γρανάζια στην μηχανή του κόσμου, σκουριασμένα φθαρμένα σιδερικά πια για σένα, έπαυσαν το καλοκουρδιμένο κάποτε ρολόι σου. Οικονομικές δυσπραγίες σε ξεσπίτωσαν. Ερινύες τα χρέη, ξεσπάθωσαν κατακρεουργώντας με το καμουτσίκι την δύσμορφη πλάτη σου. Μήπως, όμως, οκνηρή η φύση σου; Ακατέργαστα μοιάζουν τα χέρια σου, κάτω από την συσσωρευμένη βρώμα. Δόλος τελικά στο βασανισμένο βλέμμα σου; Δεν σου αξίζει ο οίκτος μου. Τι; Δεν μου το ζήτησες ποτέ; Αναιδή, σχεδόν χαίρομαι για τον ξεπεσμό σου.

Υποφέρει κάθε γέρικο κόκκαλο της εφήμερης διάπλασης μου. Δεν κουβαλάω πολλά χρόνια στο δισάκι μου, τελευταιά όμως το νιώθω επώδυνα επιβαρυμένο. Βαρίες πέτρες οι αιτιάσεις σου λύγισαν την κορμοστασιά μου. Το υπεροπτικό σου βλέμμα με έφερε σήμερα εδώ. Αναίτιες αφορμές ανακάλυπτες, για να μου αποδείξεις την ανωτερότητα σου. Γιατί στέκεσαι εκεί και εγώ εδώ. Εσύ στο ασφαλές νησί και εγώ στην φουρτουνιασμένη θάλασσα, την γεμάτη αφηνιασμένους καρχαρίες. Τη γλώσσα με το χέρι μπέρδεψες, ανόητο ανδρείκελο με τους περιπλεγμένους σπάγγους.

Eγώ πλέον κινώ τα νήματα, σαν εξασκημένος, σαν έτοιμος από καιρό. Σειρά μου να θέσω ερωτήσεις για την άμοιρη ζωή σου. Γιατί αποστρέφεις το βλέμμα σου; Γιατί προβάλλεις τις φοβίες της τιποτένιας ζωής σου πάνω μου, χωρίς ούτε καν να με κοιτάξεις πραγματικά. Τι μπορεί να σου απαντήσει ένας σιωπηλός καθρέφτης; Γύρεψες αποκρίσεις πάλι σε λαθεμένο κόσμο. Μόνο το εσώτερον της ψυχής είδωλο σου σε τούτο το καθρέφτη.

Ο βρώμικος επαίτης τσακίζεται σε χιλιάδες γυαλιστερά κομμάτια, επηρμένη η στάση του, άξια η πλερωμή του. Τι να ήθελε άραγε να σου φανερώσει; Το χέρι σου μάτωσε κατά τη συντριβή. Τρέχεις στο μουχλιασμένο μπάνιο, για να το δέσεις με κάτι πρόχειρες γάζες, ξεχασμένες στο σαπισμένο ντουλάπι. Περιέργως το νιώθεις αμυδρά πιο ζωηρό, πιο ελεύθερο. Ένα βρώμικο κατατρεγμένο πρόσωπο σε παρατηρεί χλευάζοντας απο τον καθρέφτη. Βαριά τα γόνατα τσακίζουν. Τα χείλη σου ματώνουν.

Γονατιστός νιώθεις το κορμί σου να μετατοπίζεται ρυθμικά. Μπρος. Πίσω. Μπρος. Πίσω. Ποια δεινά σε κατατρέχουν και γιατι; Μπρος. Πίσω. Μπρος. Πίσω.

Ασκήσεις Αναπνοής.

Μπόχα και δυσωδία αναδύεται από τους υπόγειους υπονόμους. Λύματα και κατακάθια στη βάση της πυραμίδας. Μία πόλη χτισμένη πάνω στα περιτώματα της. Σαθρά θεμέλια για την δόμηση μίας υγιούς κοινωνίας. Ένας άρρωστος αέρας μολύνει τις ψυχές των ανθρώπων και τις κατασπαράζει εκ των έσω. Τράβα βαθιά μια τζούρα και ηρέμησε. Όχι δεν μιλάω για σένα, οι εθισμένοι δεν με ενδιαφέρουν. Όλα είναι καλά στον δικό μας κόσμο.

Τολύπες καπνού παραμορφώνουν την ζωή μας, αλλά αφού δεν υπάρχει φωτιά, μια γλυκιά παραίσθηση θα είναι και αυτές. Όπως και οι πανύψηλοι τοίχοι τριγύρω, που προσφέρουν μια κάλπικη ασφάλεια. Όταν ανταλλάξαμε την φύση για να τους χτίσουμε, γλιτώσαμε από τον φόβο της επιβίωσης. Ισόρροπο σύστημα, λοιπόν, η φύση μας ζήτησε ένα τίμημα. "Τη ζωή σου ή τη ψυχή σου", ψιθύρισε στο σκοτάδι με το όπλο στον κρόταφο. Σφίξαμε τα μάτια και ανατρέψαμε την κίβδηλη ανθρώπινη ανωτερότητα. Ο ρίψασπις βασιλιάς αποκαθηλώθηκε, έγινε κοινός θνητός και αρνήθηκε να πεθάνει. Ο Δον Κιχώτης άρχισε πάλι να βλέπει τους ανεμόμυλους σαν τεράστιους γίγαντες και τα φτερά τους σαν γιγάντια χέρια. Είναι αργά για νουθεσίες καλέ μου Σάντσο, δεν γιατρεύεται με εύκολα γιατροσόφια η τρέλα της ψυχής.

Το άλογο χλιμίντρισε, φανερώνοντας απειλητικά τις αμείλικτες οπλές του. Η πάλλευκη αρκούδα ανεμίζει τα γαντζωτά της νύχια και γρυλίζει αποκαλύπτοντας την καλά λιμαρισμένη οδοντοστοιχία της. Μην τρέξεις το αφιονισμένο άλογο θα σε προλάβει και οι κραυγές σου δεν θα αγγίξουν το λιπαρό τρίχωμα του τέρατος. Χρησιμοποίησε τη δική σου πανοπλία στο θανάσιμο παιχνίδι. Η αιχμή τρυπάει το κρανίο της αρκούδας και το πένθιμο τραγούδι σου ηρεμεί το ατίθασο άτι. Το χορό της νίκης διασαλέυει ο Εφιάλτης. Για άλλη μια φορά δεν τον υπολόγισες και πέρασε τον Δούρειο Ίππο μέσα από τα τείχη της πόλης. Η σουβλέρή αιχμή παρακέντησε ανθρώπινους πνεύμονες αυτή την φορα και δάκρυα μαύρισαν τα μάτια σου. Μαύρο αίμα κύλησε και οι ασκοί του Αιόλου άνοιξαν. Η συνειδητοποίηση της ματαιης ανθρώπινης ζωής, αφού είναι καταδικασμένη εξαρχής να πεθάνει, κάρποφόρησε στο κήπο σου. Αγνή θλίψη σε διαφεντεύει πια.

Βρέχει, αλλά οι σταγόνες λειψές για να ξεπλύνουν της ακούσιες αμαρτίες μας. Ίσως τα δάκρυα κατορθώσουν να απαλύνουν κάποιες πληγές. Η δύσπνοια, όμως, που με επισκέπτεται τα βράδια, δεν λέει να μου γίνει εθισμός. Πνίγομαι και ίδρώνω να γλιτώσω. Ποιος άκαρδος αφήνει μοναχό κάποιον που απεχθάνεται την μοναξιά; Ποιος άψυχος κλείνει ένα πνεύμα που ζητά την αιωνιότητα, σε ένα σώμα προορισμένο να ξεψυχήσει; Η αυγή με λυτρώνει. Βγαίνω έξω και παίρνω βαθιά αναπνοή.

Ο αέρας της πόλης σαν πάντα να μου έκανε καλό τελικά...

Κάθοδος στην Άβυσσο.

Νοερή σιωπή. Απόλυτη ηρεμία. Η νηνεμία πριν την επικείμενη καταστροφική καταιγίδα. Σύντομα, μαύρες σκέψεις θα διαλαλούν την πραμάτεια τους στα υγρά και καταχνιασμένα κελάρια του μυαλού του. Αλυσοδεμένοι καταραμένοι υπηρέτες θα ξελαρυγγιάζονται ικετεύοντας τον οίκτο των μαύρων δαιμόνων, που θα ξεσκίζουν τις σάρκες τους, καταγράφοντας με αίμα πικρές ιστορίες στα ξεψυχισμένα σώματα. Τώρα, γαλήνη και σταθερότητα στις κινήσεις του. Μόνο η φλόγα στο βλέμμα προάγγελος κακών μαντάτων. Αργότερα, απορίας άξιον, πώς αυτή η φλόγα δεν έκαψε και σένα. Μάλλον, γιατί ποτέ δεν πάλεψες να κοιτάξεις πραγματικά ή αρκετά βαθιά.

Ο σκίουρος ξεπρόβαλε από το χιονισμένο δάσος. Η παρακείμενη λίμνη είχε σχηματίσει ένα πυκνό στρώμα πάγου στην επιφάνεια. Η λεία επίστρωση ζωγράφιζε το παραμορφωμένο είδωλο του στα πόδια του μπροστά. Παρόλο που, φυσιολογικά, θα τρομοκρατούνταν από αυτήν την εικόνα ως ασυνείδητο ζώο, φαινόταν απόλυτα συμφιλιωμένος με αυτό το οπτικό παιχνίδι. Θαρρείς και αυτή την ιδέα θα είχε και ο ίδιος για τον εαυτό του, αν ήταν ένα εύλογο πλάσμα.

Απρόσωπες καρικατούρες πλημμυρίζουν τον κόσμο του. Κάποια ανώτερη δύναμη λογοκρίνει την όραση του, αποκρύπτοντας τα διακριτά ανθρώπινα χαρακτηριστικά. Ένα πολυπληθές σμήνος μυρμηγκιών, τον έχει περικυκλώσει. Πάντοτε, ο άνθρωπος τρόμαζε με τα μεγάλα πλήθη, ίσως γιατί του υπενθυμίζουν το μικρό και εύθραστο της ύπαρξης του, του διαρραγούν την αυταπάτη. Κάποτε μπορούσε να διακρίνει καθαρά κάποια λαμπερά μάτια, κάποια χαμογελαστά χείλη. Χάθηκαν και αυτά, παρασυρμένα από τον όχλο. Τα γιγάντια αφρικανικά σαρκοφάγα μυρμήγκια τον έχουν στριμώξει και διψούν για αίμα. Κατατρώγουν πρώτα το μυαλό του, με κρατσανιστούς πνιγηρούς ήχους να φτάνουν στα αυτιά του. Στο τέλος, τον καταπίνουν ολόκληρο και μόνον το σχήμα των λειψάνων διαγράφεται σαν παρατυπία στην ευθεία ομοιομορφία του σμήνους.

Παράταιρα και ασύμμετρα τα προσεκτικά βήματα του σκίουρου στον γλιστερό πάγο. Προσπαθεί να διατηρήσει την ισορροπία του. Είναι η μοναδική παραφωνία στο αρμονικό, ψυχρό τοπίο. Το ζεστό χνώτο του παράγει υδρατμούς σε κάθε του βήμα, κάθε του ανάσα. Άλλο ένα σημείο ζωής στον μοναχικό τούτο τόπο. Καθώς παρατηρεί τους υδρατμούς να σβήνουν, υγραίνοντας τα ρουθούνια του, κάτι άξαφνα γυαλίζει στα υγρά του μάτια και αμέσως εξαφανίζεται. Το παιχνίδισμα του φωτός ζέστανε την ελπίδα στην καρδιά του και, όπως είναι φυσικό, έξαψε την περιέργεια του. Άρχισαν να γίνονται απρόσεκτα και ασταθή τα βήματα του.

“Πρέπει να φύγω.” Η θωρακισμένη πόρτα ασφαλείας εξερράγη πάνω στο κεφάλι του, καθώς την έκλεινε πίσω της. Είχε πλέον μετατραπεί οξύμωρα σε θράυσματα καυτής ανασφάλειας. “Δεν νιώθω τίποτα πλέον, κατάλαβε το επιτέλους... Τίποτα δεν με κρατάει κοντά σου.” Σπίρτο τα αισθήματα της και κάηκε. Στάχτες πια στα χέρια του. Τα βλέμματα τους αρνούνται να συναντηθούν, σαν μονομάχοι αντίκρυ στην αρένα, μα γυρισμένοι πλάτη. Θέλει να γυρίσει. Να κοιτάξει μέσα της, για να την πείσει. Μα δεν τολμάει. Νιώθει την κρύα κάνη του όπλου της στα πλευρά του και ας μην τον αγγίζει. Ως μελλοθάνατος δέχεται την τελευταία επιθυμία. Να μην δει τον πόνο του, καθώς θα πέφτει. Κρύβει με τα χέρια του το πρόσωπο και αναμένει. Η εκπυρσοκρότηση σιγά κάθε του ελπίδα. Η χάλκινη οβίδα γυαλίζει σύντομα στον ήλιο του δειλινού, πρωτού καρφωθεί στο δεξί πλευρό του. Δεν μπορούσε καν να είναι σίγουρος, γιατί δεν είχε οπτική επαφή με το σημείο του τραύματος, αλλά στο μυαλό του ήρθε μια παλιά βιβλική καταγραφή για την δημιουργία της γυναίκας.

Καταχνιά σκέπασε την λίμνη. Ο σκίουρος απογοητεύτηκε. Τα πυκνά πέπλα δεν θα τον άφηναν να ανακαλύψει τον θησαυρό. Η αίσθηση κινδύνου προφανώς και είχε παγώσει λόγω τον χαμηλών θερμοκρασιών. Στις παραλίμνιες όχθες μια αλλαγή άρχισε να συντελείται λόγω της υγρασίας της ομίχλης. Παραπετάσματα διέρρηξαν τον λείο πάγο. Κενά σαν ρίζες άρχισαν να διαχωρίζουν σε όλο και μικρότερα κομμάτια την επιφάνεια. Κρυσταλλικοί ήχοι άρχιζαν να εμπλουτίζουν την παγωμένη σιωπή. Αν δεν είχε διασχίσει σχεδόν την μισή απόσταση από την μία άκρη της λίμνης έως την άλλη, πιθανόν τα αισθητήρια επιβίωσης του σκίουρου να ξεπάγωναν απότομα. Προς το παρόν, μόνο μελαγχολία μπορούσες να διαγνώσεις στην όψη του.

Τα υπόγεια λαγούμια βριθούν από μικροσκοπικές μορφές ζωής. Το βουητό τους πάει να σε τρελάνει. Αποσυντονίζει όλως διόλου τις προσανατολιστικές σου ικανότητες. Τριγυρνάς άσκοπα στο ημίφως. Ένας ατελείωτος λαβύρινθος από επαναλαμβανόμενους διαδρόμους. Κανένα σημείο αναφοράς της αρχής ή του τέλους. Προσπαθείς να μείνεις στάσιμος, ακίνητος στο χρόνο. Νιώθεις τους διαδρόμους να κινούνται μόνοι τους και νομίζεις ότι και εσύ ο ίδιος βρίσκεσαι σε κίνηση. Σαν να βλέπεις ένα τρένο να περνάει με φόρα μπροστά από τα παράθυρα του σταματημένου βαγονιού σου. Νομίζεις ότι ταξιδεύεις. Εξουθενωμένος, δεν αντέχεις άλλο. Καταρρέεις ζαλισμένος και κλείνεις τα μάτια. Το μυαλό σου σβούρες σαν από βαρύ μεθύσι. Τα φρένα κινδύνου σπασμένα και το τρένο ακυβέρνητο. Η μπαλαρίνα συνεχίζει να χορεύει ακάθεκτα με παρτενέρ το μυαλό σου.

Το έδαφος σίεται. Ανεπαίσθητα κομμάτια σκόνης και πέτρας ποτίζουν την μύτη σου και την ερεθίζουν ενοχλητικά. Κάτι σπάει, γκρεμίζεται. Ανοίγεις τα μάτια και αιωρείσαι στον γκρεμό. Η έλλειψη βαρύτητας σε πιέζει, αλλά το θέαμα απλά σε συντρίβει αρχικά. Ανάμεσα στις αδηφάγες φλόγες, τραγοφόρες δαιμονικές μορφές προβαίνουν με ευχαρίστηση σε ακατανόμαστες και ακραίες πράξεις. Λαγνεία και σαδομαζοχιστικές τάσεις, αιματηρή βία και στυγνά φονικά βουτηγμένα σε κατακρεουργημένα σωθικά, πολλαπλά άρρωστα όργια ανάμεσα σε δύσμορφα πλάσματα, βασανιστήρια απερίγραπτης στυγνότητας. Όσο η ελεύθερη πτώση σου συνεχίζεται, ο τρόμος σου αυξάνει. Όχι πλέον από το αποτρόπαιο θέαμα, αλλά από την συνειδητοποίηση του πόσο σε ερεθίζει η αφύσικη εικόνα. Τα μάτια σου αχόρταγα πια και η ψυχή σου ανοιχτή στα πρωτόγονα ανθρώπινα ένστικτα. Οι φλόγες σε τυφλώνουν. Απόλυτο λευκό.

Ανατριχίλα διαπέρασε το τριχωτό του σώμα, αναγκάζοντας κάθε υγρή σπιθαμή του να τεντωθεί. Οι κώδωνες της καταστροφής ηχούσαν πλέον στα αυτιά του. Παγιδευμένος στο κενό, ελάχιστες ελπίδες να επιζήσει. Ρανίδες σπασμένου πάγου χτύπησαν ελαφρά το πρόσωπο του. Έμεινε να επιπλέει επικίνδυνα σε ένα κομμάτι πάγου δυο φορές το μέγεθος του, που έτεινε να ανατραπεί, αν έχανε το κέντρο βάρους του.

Βγάζεις τα χέρια από τα μάτια. Άλλη μία ηλιόλουστη μέρα. Αρπάζεις το αλέτρι και συνεχίζεις να οργώνεις την γη. Μεθυσμένη η ματιά σου από την ομορφιά του ευλογημένου τόπου. Πράσινο μέχρι όπου ταξιδέυει το βλέμμα, βουνά και λαγκάδια γεμάτα χρωματιστές πινελιές. Και στην άκρη αυτού του επίγειου παραδείσου, το διαμάντι σου. Ένα πανέμορφο ξύλινο σπίτάκι με δύο ανθοστόλιστες βεράντες, λιμάνια για να αράξεις και να θαυμάσεις το μεγαλείο της απλότητας.
Στέκεται εκεί με το λευκό, δαντελωτό της φόρεμα. Χαμογελαστή, σαν οπτασία, σε κοιτάζει. Τρέχεις ανυπόμονα, την αρπάζεις και την φιλάς παθιασμένα. Καιρό είχες να γευτείς τα χείλη της. Θέλεις να μείνεις στη στιγμή αυτή για πάντα. Να παγώσεις τον χρόνο. Ψυχρός αέρας σηκώνεται έξαφνα και μια πυκνή ομίχλη καλύπτει τα πάντα. Ξεγλιστράει από τα χέρια σου και από την ματιά σου.

Ο μικρός παφλασμός τάραξε την λίμνη. Σύντομα, όμως, και αυτή η παραφωνία έσβησε και η επιφάνεια της λίμνης ξαναβρήκε την παλιά της παγωμένη ηρεμία...

Intermission.

Αυτόχειρ ο Ανασφαλής.



Μπλε, κόκκινα ή πράσινα χαπάκια; Μαχαίρι, κοπίδι ή σουγιάς; Σκοινί ή σεντόνι; Το περίστροφο από την δεξιά ή από την αριστερή πλευρά του κεφαλιού; Βουτιά στο κενό από τον ταράτσα ή απο το ρετιρέ; Μέχρι να το πάρει απόφαση, τον προλαβαίνει η σφαίρα στην καρδιά από ένοπλη ληστεία μια Παρασκευή και 13. Τυχαία, τόσες επιλογές είχε στην λίστα του με τίτλο: "ΠΩΣ ΘΑ ΗΘΕΛΕΣ ΝΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ;". Στο τέλος της λίστας σημείωνε εκνευρισμένος: "Χωρίς να χρειάζεται να αποφασίσω."

Αυτόχειρ ο Αισιόδοξος.



Είναι άκρατα δημοκρατικός. Πιστεύει στην μετα θάνατον ζωή για όλους. Ακόμη και για αυτούς, που επέλεξαν να πάρουν μόνοι τους την ζωή τους. Θεωρεί ότι ο θεός είναι τόσο μεγάλος, που δεν μπορεί θα συγχωρεί και τους μαλάκες. Οι σύγχρονοι άνθρωποι συνήθιζαν να το κάνουν συχνά, σκέψου δηλαδή για μία ανώτερη μορφή. Θα τον έπιανε στο φιλότιμο, σίγουρα και για τον ίδιο θα υπήρχαν περιπτώσεις, που θα ήθελε να περάσει στην ανυπαρξία. Όταν πεθαίνουν εκατοντάδες πεινασμένα παιδιά στην Αφρική, την ίδια ώρα που παχύσαρκοι νεόπλουτοι αναφωνούν "Ω, θεέ μου!" για τα εύγεστο φαγητό, το μεγαλύτερο μέρος του οποίου σύντομα θα πετάξουν, τότε σίγουρα θα ζαλίζεται ο ύψιστος.

Μετά την αυτοκτονία κατάλαβε την δημοκρατικότητα της μεταθανάτιας εμπειρίας. Αιώνες πίσω στην ουρά στο γραφείο "Άμεσης Μετενσαρκώσεως". Όπως του ψιθύρισε διακριτικά ο μπροστινός του, οι κινέζοι είχαν καταλάβει το μεγαλύτερο μέρος της. Μπορούσε, όμως, να τον βάλει σε προτεραιότητα για κάτι τελευταία σώματα σαλιγγαριών σε ορυχεία μετάλλου, αν ήθελε.

Αυτόχειρ η Συνωμοτική.



Γράφει προσεκτικά το σημείωμα, όπου επιρρίπτει βαριές ευθύνες στον άκαρδο σύντροφο της, που θα την εγκατέλειπε, και σε μία καθημερινή σαπουνόπερα για μικρά εγκλήματα μεταξύ φίλων μια βραδια στο Λεβερκούζεν λίγο έξω από τον σταθμό. Αφήνει διακριτικά το καλοακονισμένο κοπίδι στο κωμοδίνο δίπλα στο τηλέφωνο. Έχει βάλει στην ταχεία κλήση την άμεση βοήθεια και το σημειώνει με έντονα γράμματα στο αυτοκόλλητο. Δένει το σκοινί στον λαιμό της. Βάζει την θηλιά. Ανεβαίνει στο σκαμπό και περνάει την θηλιά σε μία από τις σανίδες, που διέσχιζαν κάθετα το ταβάνι.

Ακούει το αμάξι να μπαίνει στην αυλή της μονοκατοικίας. Μειδιάζει πονηρά. Τα κλειδιά μπάινουν στην πόρτα και αυτή ανοίγει με τριγμούς. Είναι η κατάλληλη στιγμή. Κλωτσάει το σκαμπό και η θηλιά σφίγγει. Το κάθαρμα ανεβαίνει τα σκαλιά, τον ακούει. Πνίγεται, λίγα δευτερόλεπτα αέρα ακόμη. Τον περιμένει μεγάλη έκπληξη.

Χτυπάει το κινητό του. Γουρλώνει τα μάτια. Σκαρφαλώνει στο σκοινί, για να κερδίσει χρόνο. Συνεχίζει να μιλάει στο τηλέφωνο, σβαρνίζοντας τα πόδια του πάνω- κάτω, πάνω- κάτω. "Έλα, άνοιξε την καλέ μου...Άνοιξε την και πνιγόμαστε..." Ξεροβήχει. Ξεψυχάει. Σβήνει. Οι ομιλίες στο κινητό σβήνουν και αυτές και ο άνδρας φεύγει από το σπίτι εκνευρισμένος. Τι τον θέλει πάλι το αφεντικό του στο γραφείο; Η κόρη των ματιών της ασπρίζει και νεκρώνουν.

Κάθε επιτυχημένη σαπουνόπερα βασίζεται στην κατάλληλη στιγμή εξέλιξης των γεγονότων, που απεικονίζει. Ειδάλλως, κόβεται!

Αυτόχειρ ο Ματαιόδοξος.



Τα πρωτοσέλιδα στις εφημερίδες μεγάλης εμβέλειας του ανήκουν. Ο Καρυωτάκης και ο Σωκράτης, τα μεγάλα είδωλα του, τον επικροτούν και τον θαυμάζουν απο ψηλά. Θα γίνει θέμα συζήτησης για μέρες στον σύλλογο "Ξαπέστειλαν Εαυτόν Χωρίς Να Αποτύχουν" (Ξ.Ε.Χ.Ν.Α). Έχει μελετήσει όλους τους μεγάλους του είδους, για να βρει τον σωστό ιστορικά τρόπο αυτοχειρίας. Έγραψε την αυτοβιογραφία του μέχρι την ημέρα του φονικού, για να μην διαστρεβλωθεί η ιστορία από παραπλάνους και δολοπλόκους. Σε μία στιγμή αναλαμπής και έντονης εγκεφαλικής διεργασίας βρήκε τον τέλειο τρόπο να πεθάνει, για να τον μάθουν πλέον και διεθνώς. Αποφάσισε να τον εφαρμόσει λίγες ώρες πριν το δυστύχημα κάποιας σταρλετίτσας, αγαπημένης για την άστατη και βλακώδη ζωή της! Αν περιέργως δεν τον θυμάσαι, ψάξε το σκονισμένο του βιβλίο βαθιά σε κάποιο ράφι ενός παρακμιακού παλαιοπωλείου. Είχε τίτλο: "Ήπια και εγω το κώνιο!"

Αυτόχειρ ο Μεθοδικός.



Μέρες μελετούσε το κατάλληλο περίστροφο. Είχε μάθει τα πάντα γύρω από τα φορητά όπλα. Όροι, όπως λάκτισμα, αυτογεμές, αλληλεπίθετο και το τσοκ, που πριν λίγες ημέρες θα του φαινόταν κινέζικα, τώρα αποτελούσαν κώδικες της μητρικής του γλώσσας. Έψαξε έπίμονα να βρει σφαίρες κατάλληλου διαμετρήματος, καθώς επίσης και την σωστή γωνία και απόσταση, ώστε να μειωθεί η εκτίναξη αίματος, εγκεφαλικών και σωματικών υγρών, αλλά και να υπάρχει γρήγορο αποτέλεσμα. Καθαρόγραψε δύο φορές την επιστολή του, ώστε να μην υπάρχει ίχνος ατέλειας. Έστρωσε ένα παλιό κουρελιασμένο χαλί στην υπολογισμένη τροχιά της σφαίρας. Επικάλυψε τον τοίχο με ένα μεταλλικό επίστρωμα, για να μην μείνει το σημάδι του βλήματος. Ρυθμισε το ξυπνητήρι του στην προβλεπόμενη ώρα και επέμενε να κοιτάζει επίμονα το ρολόι του ανυπόμονος, αλλά σταθερός.

Η αναμονή τον λάκισε. Άρχισε να χάνει την αυτοσυγκέντρωση του. Βαριά τα βλέφαρα του, αρχίζουν να παλεύουν με την υπνηλία. Μόλις κοντεύουν να βγουν νοκ-άουτ, χτυπάει το καμπανάκι για την λήξη του γύρου. Τινάζεται. Πατάει την σκανδάλη σε τυχαία γωνία. Δεν καταφέρνει να πετυχει το κεφάλι του. Με μαθηματική ακρίβεια το βλήμα χτυπάει στο μεταλλικό επίστρωμα, εξοστρακίζεται σε γωνία 63,2 μοιρών και προσγειώνεται με βία μέσω του ανοιχτού παράθυρου στο μυαλό της 63χρονης υπέρβαρης γειτόνισσας, που καθάριζε το διπλανό μπαλκόνι. Σαν ντόμινο έπεσε στο παρκαρισμένο από κάτω αμάξι του και το έκανε γυαλιά καρφιά. Ένα κοφτερό κομμάτι γυαλί καρφώθηκε στο δόξα πατρί περαστικού και τον έστειλε απευθείας για μια τελευταία βόλτα στα κυπαρίσια εκεί κοντά.

"Η τυχαιότητα της φύσης ξεπερνάει κάθε οργανωμένη ανθρώπινη μέθοδο", έγραφε το τελευταιο ματωμένο σημείωμα στον τοίχο του κελιού του. Είχε κρεμαστεί δένοντας άτσαλα ένα λευκό σεντόνι στα κάγκελα.

Αυτόχειρ ο Μελωδικός.



Δεν τον ενδιαφέρει ο τρόπος, αν και εδώ που τα λέμε το πιο πιθανό είναι στις φλέβες του να ορμήσει. Αυτό που τον ενδιαφέρει είναι η μουσική υπόκρουση. Όλη του η ζωή είναι σαν βιντεοκλίπ...μερικά ενδιαφέροντα cuts, αλλά μικρή χρονική διάρκεια. Πρέπει, λοιπόν, και η τελική σκηνή να έχει την μουσική συνοδεία, που της αξίζει. Θα έβαζε το "Requiem for A Dream", τα βιολιά του βγάζαν πάντα μια ατμόσφαιρα λυγμού, αλλά έχει γίνει και αυτό σούπα στην ψευδοκαταθλιπτική τάση της εποχής. Έχει όλες τις μουσικές συλλογές με την λέξη "black" στο ενεργητικό τους, αλλά δεν ξέρει τι χρώμα έχει η κόλαση. Και αν είναι μωβ; Εκεί έπρεπε, τουλάχιστον αρχικά, να ταιριάζει. Η εικόνα ασπρόμαυρη, βρώμικη, αστυλιζάριστη. "Όσοι με τον Χάρο γίναν φίλοι...", αντηχεί στον χώρο, καθώς ρυάκια σκοτεινού κόκκινου αίματος εκσφεδονίζονται με φόρα από τους φρέσκους κρατήρες στα χέρια του. "Με τσιγάρο φέυγουνε στα χείλη..." Το τσιγάρο σιγοκαίει στο πάτωμα. Όπως και τα όνειρα του. Ανίκανος να κινήσει τον παραμικρό μυ εξωτερικά, γελάει μέσα του. "Πάντα γελαστοί και γελασμένοι!". Η καύτρα φτάνει στο φίλτρο. Αυλαία.

Αυτόχειρ ο Ιδανικός.



Κοιτάει την ζωή στα ίσα. Μάγκας μπροστά στα δύσκολα. Γυαλίζει το μάτι του, καθώς προχωράει. Συννεφιασμένο το βλέμμα του, ακόμα και στον ηλιόλουστο ουρανό. Οι δυσκολίες δεν τον τρόμαζαν ποτέ. Αυτή η καμπύλη στην πλάτη του, όμως, από την συσσώρευση των δεινών του είχε αρχίζει να τον κουράζει. Πάνω στην νεότητα του το αντιμετώπιζε με όρεξη, ίσως και με λίγο χιούμορ. Καθώς, ωστόσο, άρχισαν οι άσπρες τρίχες του να εξορίζουν τις μαύρες και τα σκαπτικά μηχανήματα ξεκίνησαν το έργο τους στο μέτωπο του, η αισιοδοξία του κάμθηκε. Με την σοφιά των χρόνων αποφασίζει να θέσει αυτός το τέρμα, προτού του το επιβάλλουν. Μία εβδομάδα μετά ήρθαν με ταχυδρομείο τα άσχημα μαντάτα. Η "Καλπάζουσα Λευχαιμία" είχε μουντζουρωθεί από την υγρασία και δύσκολα διαβάζονταν. Άλλωστε, ήταν αργά.

Η επιστήμη αναζητά συνεχώς νέες σοβαρές και γελοίες αιτίες για αυτή τη μοναδικά ανθρώπινη συμπεριφορά, που δεν συναντάται σε άλλους ζωντανούς οργανισμούς. Σημάδι ανωτερότητας ή κατωτερότητας; Μελλοντικές έρευνες ίσως έχουν περισσότερα στοιχεία...