Σάββατο 14 Ιανουαρίου 2012

Το ανθρωπάκι.



“Ταξίδεψα τον κόσμο όλο στην γέφυρα του καραβιού. Ακούτε ρε; Είμαι ο καπετάνιος και σας έχω όλους από κάτω μου. Ακούτε ρε, πουτάνας γιοι; Στην γέφυρα δεν κάνεις αστεία,ρε. Δεν ανεβαίνεις έτσι, παλιομαλάκες. Τρως την καταιγίδα στα μούτρα...”

Η φωνή δυνατή, διαπεραστική, διασχίζει την γεμάτη κόσμο σάλα του πανύψηλου μεταμοντέρνου κτιρίου του σταθμού των τρένων. Οι ανθρώπινες ουρές στους γκισέδες των εισιτηρίων, μετατρέπονται σε κύματα, που συγχρονισμένα στρέφουν στιγμιαία το βλέμμα τους και κοιτάζουν προς την κατεύθυνση της φωνής. Έπειτα, πάλι συγχρονισμένα θαρρείς, νιώθοντας αποστροφή, αλλά και καθωσπρεπισμό, επιστρέφουν το βλέμμα τους στην αρχική του κατεύθυνση. Ενοχλημένοι όλοι, προσπαθούμε να εγκλωβίσουμε ενδότερα τον εκνευρισμό από αυτή την έντονη ρήξη της κοινωνικής ηρεμίας και της καθωσπρέπει κανονικότητας της ζωής εκτός των πυλών. Βάζω τις ψείρες στα αυτιά και αρχίζουν να ξερνάνε δυνατές μελωδίες, για να καλύψουν τις φωνές. Απομόνωση, επιτέλους.

“Μάνααααα! Σ' αγαπάω, μάναααα!”

Στρέφει το βλέμμα του στην κοπέλα στις απέναντι θέσεις, που προσπαθεί μάταια να μην τον κοιτάζει, αλλά δεν μπορεί και να αποκρύψει την ταραχή της και έναν ελαφρύ φόβο από τις δυνατές κραυγές και το παρουσιαστικό του. Ταλαιπωρημένος μεσήλικας άντρας με βρωμερά ρούχα και λιγδιασμένα κοντά μαλλιά. Ρυτιδιασμένο μέτωπο από την ταλαιπωρία, πρησμένα και θολωμένα μάτια και ένα έντονο ροδαλό χρώμα από το ποτό. Το χνώτο του ζέχνει αλκοόλ. Βλέπει τον φόβο και παίρνει φωτιά.

“Πουτάνες! Στην γέφυρα είναι το μοναδικό μέρος, που δεν ανεβαίνουν γυναίκες. Δεν ανεβαίνουν γυναίκες. Καμία γυναίκα, γιατί είναι όλες πουτάνες. Εκεί δεν μπορείτε να ανέβετε. Ακούτε ρε;”

Φωνάζει, κομπιάζει και χάνει τον ειρμό, τύφλα στο ποτό. Βγάζει τα παπούτσια και κάθεται με τις βρώμικες και τρύπιες κάλτσες, τρέμοντας στα διπλά καθίσματα. Σηκώνεται και συνεχίζει να φωνάζει, για λίγο, χωρίς ειρμό. Η κοπέλα δεν βαστάει άλλο, φωνάζει τον μηχανοδηγό. Το τρένο θα ξεκινήσει σε λίγο και όλοι οι επιβάτες είναι εμφανώς εκνευρισμένοι. Το κατακάθι διαρρηγνύει την πολιτισμένη ηρεμία μας, φωνάζοντας και βρίζοντας. Ο μεθυσμένος με εκνευρίζει, αλλά τα ακουστικά με διευκολύνουν να αποφύγω οποιαδήποτε οπτική επαφή μαζί του. Κοιτάζω έξω, δήθεν, αδιάφορος. Οι φωνές στο βάθος της μουσικής, όμως, συνεχίζουν να προκαλούν την ψυχή μου. Κάθομαι εκεί, δύο θέσεις δίπλα, αμέτοχος, δήθεν αδιάφορος, δήθεν καθωσπρέπει και δήθεν ατάραχος.

“Θα το βουλώσω. Θα το βουλώσω. Εδώ θα κάτσω και δεν θα με ακούσεις, ρε. Εντάξει, μην τραβάς. Θα το βουλώσω σου λέω ρε. Μάναααα! Πάω να ανάψω κερί στην μάνα μου. Στον τάφο της μάνας μου, ρε πουτάνας γιε. Μάνααα, σ' αγαπάω μάνα. Ένα χρόνο δεν πήγα...”

Βουρκώνει. Τον αναγκάζουν να καθίσει. Του φωνάζουν εδώ και ώρα, τον απειλούν ότι θα φωνάξουν την αστυνομία και θα τον κατεβάσουν, αν δεν ηρεμήσει. Σταματάει για λίγο. Σηκώνεται και τριγυρίζει στο βαγόνι. Επιστρέφει μουρμουρίζοντας. Έχει γνωρίσει κάθε είδους ανθρώπους, λέει σιγανά. Καλούς, κακούς, μάγκες, αυτούς που το παίζουν μάγκες. Τους ξέρει όλους. Δεν αντέχει, ξεσπάει πάλι. Θα τους δείξει αυτός μαγκιά. Σηκώνεται και τριγυρνάει ξυπόλυτος στο βαγόνι. Πηγαίνει στο διπλανό βαγόνι. Φωνές. Ένας από τους μηχανοδηγούς τον φέρνει πίσω. Τον σπρώχνει στο κάθισμα του, του φωνάζει, τον απειλεί ότι θα τον κατεβάσει, τον αναγκάζει να βάλει παπούτσια. "Άντε πολλά μας τα 'πες."

"Θέλω να ανάψω κερί στην μάνα μου, καταλαβαίνεις; Έχω ένα χρόνο. Δύο χρόνια δεν έχω μιλήσει με τον αδερφό μου. Σ' αγαπάω μάνα. Σ' αγαπάω και σένα, πουτάνας γιε. Πρέπει να πάω στον τάφο της μάνας μου. Σ’ αγαπάω μάνα. Πουτάνας γιε..."

Σηκώνεται και πάει να τον αγκαλιάσει. Ο μηχανοδηγός τον σπρώχνει στο κάθισμα του φανερά εκνευρισμένος. Τώρα τον βρίζει, έχει χάσει την ψυχραιμία του. Δίνει εντολή να σταματήσουν και να τον κατεβάσουν στην επόμενη στάση. Ο μεθυσμένος βουρκώνει. Βρίσκει κρυψώνα για το κεφάλι του στα δυο ροζιασμένα και βρώμικα χέρια του. Ο φόβος εντωμεταξύ έχει ξεγλιστρήσει από την ψυχή της κοπέλας. Τον έχει αντικαταστήσει μία αηδία και περιφρόνηση. Θέλει διακαώς να τον κατεβάσουν επιτέλους. Όλοι θέλουμε να κατέβει...

Κοιτάζω το άσπρο τοπίο έξω από το παράθυρο και προσηλώνω το ακέραιο βλέμμα μου μακριά από την φασαρία. Το κρύο έξω έχει αρχίσει να τρυπώνει στο εσωτερικό του μεταλλικού βαγονιού. Ερωτήματα και σκέψεις κατακλύζουν το μυαλό μου, παρόλο που το δειλό στόμα μου αρνείται να τα εξωτερικεύσει. Εδώ και ώρα, έχουν αρχίσει να θολώνουν τα όρια του κοινωνικά ορθού. Ο "υπάνθρωπος" φωνάζει, βρίζει, προκαλεί, για αυτό ο άνθρωπος φωνάζει, βρίζει και χειρονομεί. Ποια είναι η δικαιολογία μας; Οφθαλμός αντί οφθαλμού; Η κοινωνική και σωματική "αρρώστια" αντιμετωπίζεται από την κοινωνία με τον μοναδικό τρόπο που ήξερε πάντα να την αντιμετωπίζει. Χώνουμε το νυστέρι στην πληγή και αφαιρούμε το καρκίνωμα. Βλέπω τα αίματα στα χέρια μου, αλλά δεν αντιδρώ. Δεν απορώ πως μάτωσα. Δεν κρατούσα το νυστέρι. Το καθοδηγούσα απλά με την σιωπή μου.

“Σε παρακαλώ, ρε. Μάνααα. Θέλω να ανάψω κερί στον τάφο της μάνας μου. Άντε γαμήσου. Έτσι μου είπε. Να σε βρίζει το παιδί σου ρε; Δεν με κάλεσε στον γάμο της. Έχεις πρόβλημα με το ποτό, δεν σε θέλω εκεί. Το ίδιο σου το παιδί. Και ο πατέρας μου με έδιωξε. Μάνα, σ' αγαπάω μάνα. Πρέπει να ανάψω κερί στον τάφο της. Ένα χρόνο έχω να πάω στο χωριό. Σε παρακαλώ, πουτάνας γιε...”

Έχει δακρύσει, αλλά δεν τον ακούν πλέον. Λίγα λεπτά πριν σταματήσουμε στην στάση, ψάχνει για λίγη συμπόνια στα μάτια των άλλων επιβατών, όλοι τον αποφεύγουν. Καθώς τον σηκώνουν για να τον κατεβάσουν στον κρύο σταθμό, δύο στάσεις πριν το προορισμό του, πλέον κλαίει. Θέλω να σηκωθώ, να τους πω να τον αφήσουν ήσυχο. Ότι θα τον προσέχω εγώ. Να τον βάλω να μου μιλάει, έστω ασυνάρτητα για τα βάσανα του. Να τον πάω να ανάψει κερί στην μάνα του. Να τον βοηθήσω να ξεμεθύσει και να συνέλθει.

Η πόρτα ανοίγει και βρίσκεται στο κρύο. Παλεύει να ξανανέβει και τον εμποδίζουν. Η πόρτα κλείνει. Παραμένω ακίνητος και σιωπηλός. Το τρένο ξεκινάει και τον βλέπω στον κρύο σταθμό σκυμμένο, σκωπτικό να απομακρύνεται… Τότε συνειδητοποιώ, πως λάθος ανθρωπάκι κατέβασαν από το τρένο. Το πραγματικό ανθρωπάκι συνέχιζε σιωπηλό το ταξίδι του...

Υφαίνοντας τον Ονειρότοπο_ Part I: Κραυγές στο σκοτάδι.


1.
Υπολόγιζε ότι είχε να κοιμηθεί πάνω από μία ώρα εδώ και μέρες. Ούτε για αυτό δεν μπορούσε να είναι σίγουρος πια. Το μυαλό του είχε μπλέξει τις στιγμές σε έναν άλυτο κόμπο. Πότε τον πήρε ο ύπνος τελευταία φορά; Πότε μίλησε με την Άννα για το πρόβλημα του; Της είχε μιλήσει τελικά ή δεν είχε προλάβει; Είχε ζήσει την ίδια συζήτηση στο μυαλό του τόσες φορές, που του είχε γίνει βίωμα, αλλά υπήρξε πραγματικά;

Πλέον μπορούσε να είναι σίγουρος μόνο για τα απτά και αποδείξιμα. Δεν ήταν τόσα πολλά σίγουρα, αλλά ήταν η σωσίβια λέμβος, που τον κρατούσε από την άβυσσο της παραφροσύνης. Τα γένια του, για παράδειγμα, ήταν πέντε ημερών. Μια συνηθισμένη πράξη το ξύρισμα για τους φυσιολογικούς ανθρώπους. Για τον ίδιο, όμως, ένα από τα λίγα σημεία, που μπορούσε να τοποθετήσει με σιγουριά στον χάρτη του χρόνου. Ήξερε πλέον ότι αυτά τα χρονικά σημεία εξαντλούνταν απελπιστικά γρήγορα, καθώς περνούσε ο καιρός.

Αυτό τον έκανε να συνειδητοποιήσει και κάτι άλλο. Η καταλυτική εκείνη στιγμή, που έκοψε τα φρένα στην σκέψη του και τον έστειλε με φουλ γκάζια στον γκρεμό, ήταν η αφετηρία της νέας χρονικής του πραγματικότητας. Μιας πραγματικότητας τόσο αβέβαιης και δαιδαλώδους, που σύντομα θα τον κατάπινε στα έγκατα της, αν έχανε την αρχή του νήματος. Αν ξεχνούσε εκείνη την βροχερή νύχτα, που η κοπέλα στην φωτογραφία χάριζε το πιο αυθόρμητο της χαμόγελο στον φακό της φωτογραφικής του μηχανής, ώρες πριν την κραυγή. Μια διαπεραστική κραυγή, που του έκοψε το αίμα.

2.
Η έλλειψη ύπνου κάνει τα πράγματα να κινούνται γύρω σου όλο και πιο αργά. Στο σημείο που βρισκόμουν, ήταν σαν η ζωή μου να είναι ένα τεράστιο βίντεο, που κάποιος μαλάκας αποφάσισε να το βάλει σε αργή κίνηση, σαν να λάτρευε τον πόνο του να αγγίζεις ξανά και ξανά τις πληγές σε μια μωλωπισμένη ψυχή. Επώδυνα αργά. Σαν να παρατείνεις τη διαμονή σου σε ένα ερειπωμένο μοτέλ γεμάτο κοριούς και κατσαρίδες. Κόλαση!

Αυτό που με τρομάζει περισσότερο, όμως, είναι η μοναξιά της παύσης, του κενού χρόνου. Συνέβη ευτυχώς μόνο μία φορά μετά το συμβάν. Την πρώτη άργησα αρκετά να το συνειδητοποιήσω. Πρέπει να ήταν λίγο καιρό, αφότου άρχισα να προσέχω, ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Παρακολουθούσα διαρκώς τους δείκτες του ρολογιού μου και τους ένιωθα σχεδόν σε ακαμψία κάποιες φορές. Χρειάστηκε να αλλάξω μπαταρίες δυο ή τρεις φορές, προτού συνειδητοποιήσω ότι απλά είχαν αρχίσει να επιβραδύνονται, συμπαρασύροντας και την ταχύτητα των πραγμάτων γύρω μου. Ανά διαστήματα σαν να δέχονταν ένα σύντομο ηλεκτροσόκ, τους ένιωθα να επανέρχονται στην συνηθισμένη τους ροή. Ή μήπως το σοκ αυτό συνέβαινε σε μένα;

Διέσχιζα κατά μήκος την οδό Ονείρου, απορροφημένος τελείως από τους δείκτες του ρολογιού μου, ένα δώρο της Άννας ένα φθινοπωρινό βράδυ, που είχαμε βρεθεί σπίτι της. "Για να οργανώσεις καλύτερα τον χρόνο σου, γλυκέ μου, και να σταματήσεις να με στήνεις πια στα ραντεβού μας", είχε αστειευτεί. Καταραμένος χρόνος, σκέφτηκα προχωρώντας. Δεν μπορούσα να τον βάλω σε τάξη, τότε που κινούνταν κανονικά, θα τον βάλω τώρα, που έχει γαμηθεί; Και τότε κάτι άλλαξε…

Δύο κοπέλες περπατούσαν μπροστά μου σε κάποια απόσταση, απορροφημένες σε άσκοπες συζητήσεις. Νεαρές στην ηλικία και με αδιάφορο παρουσιαστικό, δεν θα μου τραβούσαν την προσοχή, αν οι συριστικές τους φωνές, δεν διέκοπταν εκνευριστικά το φλερτ μου με τους δείκτες. Ενώ το μυαλό μου ανέσυρε από την μνήμη του ένα μεγάλο κομμάτι του υβρεολόγιου μου, συνειδητοποίησα ότι το ενοχλητικό δίδυμο ετοιμαζόταν να διασχίσει απρόσεκτα τον δρόμο κάθετα, αποφασίζοντας να παραβλέψει το μεγάλο μαύρο Σεντάν, που κατευθυνόταν με φόρα πάνω τους.

Το μόνο που ακουγόταν πλέον ήταν οι παλμοί της καρδιάς μου, να χτυπάει σε ξέφρενους ρυθμούς από τον φόβο. Τότε, η εικόνα άρχισε σταδιακά να επιβραδύνεται τόσο πολύ, ώστε άρχισε να γίνεται πλέον ορατό το θολό ίχνος του διερχόμενου αυτοκινήτου σε κάθε στάδιο της κίνησης του. Οι χτύποι αραιώσαν, συνοδεύοντας ταιριαστά τον αργό ρυθμό της σκηνής. Εκείνη την ώρα, η αυξημένη αδρεναλίνη μου είχε καταφέρει επιτέλους να παγώσει την φωνή της σκέψης στο μυαλό μου και ξύπνησε μονομιάς τον μηχανισμό του ενστίκτου μου. Ξεχύθηκα στον δρόμο, προσπαθώντας να προειδοποιήσω τις κοπέλες. Ποτέ μην εμπιστεύεσαι τελικά ένα αγουροξυπνημένο ένστικτο. Οι κοπέλες πρόσεξαν το αμάξι την τελευταία στιγμή και έκαναν μισό βήμα πίσω, ώστε με μία απότομη μανούβρα να περάσει ελάχιστα εκατοστά από τον μηρό της πρώτης. Ο οδηγός όμως πανικοβλημένος, έχασε τον έλεγχο του οχήματος και φρενάροντας απότομα, ετοιμαζόταν να καρφώσει την μπροστινή προφυλακτήρα στα γόνατα μου, στέλνοντας το κρανίο μου με φόρα πάνω στο παρμπρίζ του.

Τελευταίος χτύπος, εκατοστά πριν την σύγκρουση. Όλα πάγωσαν τριγύρω. Σιωπή και μοναξιά. Συνήλθα απότομα από τον τρόμο της κίνησης, για να τρομοκρατηθώ σταδιακά από την ηρεμία της ακινησίας. Άνθρωποι γύρω ακίνητοι σε έξαλλη κατάσταση λόγω του επικείμενου ατυχήματος μου. Σαν φωτογραφία έμενε ακόμη η φοβισμένη όψη των δύο κοριτσιών: το ζαρωμένο από το φόβο πρόσωπο τους και οι τελείως διεσταλμένες κόρες των ματιών τους. Σαν κάποιος να κοίταζε κατάματα τον θάνατο και να προετοιμαζόταν σωματικά για το αποτρόπαιο θέαμα.

Σηκώθηκα και άρχισα να περνάω μέσα από τα ανθρώπινα «αγάλματα», παρατηρώντας λεπτομέρειες, που η συνεχής κίνηση δεν σου επιτρέπει να δεις, όπως τις διεσταλμένες φλέβες στον λαιμό του άμοιρου οδηγού, καθώς ετοιμαζόταν να μου κόψει το νήμα της ζωής. Και τότε συνειδητοποίησα την διάρκεια του κενού. Και αν διαρκούσε αιώνια; Τρομοκρατήθηκα. Μόνος σε ένα παγωμένο κόσμο. Ποιο το νόημα; Ένιωσα την καρδιά μου, απόλυτα σιωπηλή μέχρι τότε, να σκιρτάει ελαφρά. Τα πάντα άρχισαν να ξεκινούν νωχελικά. Έτρεξα μακριά ανακουφισμένος και με τα συγχυσμένα βλέμματα των δύο κοριτσιών να με ακολουθούν, μέχρι που χάθηκα στο πλήθος.

3.
Ο καπνός από το τσιγάρο του σαν να λιβάνιζε το άδειο δωμάτιο. Φορούσε ένα καλοσιδερωμένο μαύρο κουστούμι και μια λεπτή μαύρη γραβάτα, που έκανε έντονη αντίθεση με το λευκό του πουκάμισο. Σιχαινόταν τα καθωσπρέπει ρούχα. Σίγουρα σιχαινόταν τις γραβάτες. Της το χρώσταγε, όμως. Του είχε αγοράσει δυο τρεις σε διάφορα χρώματα μέσα στα δύο χρόνια της σχέσης τους. Πίστευε ότι έτσι ίσως τον «εκβίαζε» συναισθηματικά να τις φορέσει. Από την αρχή θυμάται πόσο προσπαθούσε να τον κάνει να ωριμάσει. Για τον ίδιο αυτό συμβόλιζε η γραβάτα. Ένα σύμβολο ότι μεγάλωσε, ότι ωρίμασε, αλλά και εντέλει ότι συμβιβάστηκε. Ο πατέρας του άρχισε να φοράει γραβάτα, όταν έπιασε εκείνη την κωλο-δουλειά στο δημόσιο, την δουλειά που ενδόμυχα τόσο μισούσε και βαριόταν. Από τότε δεν έλεγε να την αποχωριστεί, λες και αυτή θα έδειχνε το κοινωνικό του στάτους ή την σοβαρότητα του. «Παπαριές!», είχε σκεφτεί, πριν καταχωνιάσει τα δώρα της στην πίσω σκονισμένη πλευρά της ντουλάπας. Τώρα όμως ήταν διαφορετικά. Σαν να τον είχε ωριμάσει απότομα η απουσία της. Έλειπε αυτή και πλέον είχε πάψει να είναι παιδί. Το πρόβλημα ήταν ότι πλέον ένιωθε να έχει προσπεράσει μια εποχή. Ένιωθε γερασμένος χωρίς αυτή. Είχε καταντήσει ένας μίζερος ηλικιωμένος άνδρας…

Το τασάκι ήταν γεμάτο γόπες, αλλά δεν ήθελε να το αδειάσει. Ένας παράταιρος φόρος τιμής σε εκείνη. Κοιτάζοντας τις αιωρούμενες στάχτες στο λιγοστό φώς του παραθύρου, ένιωσε το στομάχι του να ανακατεύεται ξανά. Δεν μπορούσε να θυμηθεί την τελευταία φορά, που είχε φάει κάτι. Διόλου περίεργο στην κατάσταση του. Μόνο ατέλειωτα τσιγάρα και δυνατοί καφέδες. Το στομάχι του συνέχιζε το ενοχλητικό του έργο, φέρνοντας μαζί και μια αίσθηση ναυτίας για παρέα.
«Γαμώτο…», φώναξε εκνευρισμένος, «γιατί ρε Άννα;»

Ο φρέσκος αέρας του πρωινού τον βρήκε διπλωμένο στην λεκάνη της τουαλέτας. Πλέον μπορούσε να προσθέσει και ένα έντονο πιάσιμο στον αυχένα στην λίστα με τα υπόλοιπα δεινά του. Σηκώθηκε και τρικλίζοντας πήγε στο κρεβάτι. Περίεργο αλλά πλέον το ένιωθε σαν ένα κλειστοφοβικό κλουβί. Προσπάθησε να κλείσει τα μάτια του. Η φωνή στο μυαλό του δεν έλεγε να σβήσει. Σαν ένα καταραμένο ραδιόφωνο, που παίζει το ίδιο χιλιοπαιγμένο γαμωτράγουδο ξανά και ξανά. Μια ατέρμονη λούπα των όσων είχαν συμβεί το τελευταίο διάστημα. Και δεν ήταν καθόλου ευχάριστα… Προσπάθησε και πάλι να κλείσει τα μάτια του. Το κινέζικο βασανιστήριο συνεχίστηκε και τότε αποφάσισε να αφεθεί. Για άλλη μια φορά να τα μαρτυρήσει όλα. Να κατηγορήσει τον ίδιο του τον εαυτό.

«Ναι, κύριοι δικαστές, ίσως έφταιξα. Θα σας μιλήσω για όλα όσα έγιναν, μήπως βρω την άκρη. Μήπως τη φέρω πίσω.» Μα ποιον κορόιδευε; Ο μονόλογος στο μυαλό του δεν θα άλλαζε τίποτα. Ποτέ δεν του έδινε καμία λύση, παρά μόνο πόνο. Ακόμη περισσότερο πόνο. «Καταραμένη ανθρώπινη φύση.»

4.
Άνοιξα με δυσκολία τα μάτια μου. Ένας θολός χώρος. Σταδιακά κατορθώνω να εστιάσω και μπορώ πλέον να διακρίνω κάποια γνώριμα αντικείμενα. Ένας χνουδωτός καφετί αρκούδος με ένα έντονο μπεζ μπάλωμα στην ένωση του υφάσματος στην κοιλιά του. Το πρώτο δώρο μου σε αυτήν. Το αποτέλεσμα της δικής μου αργοπορίας εμφανές πλέον στον σώμα του. Η Άννα δεν φημίζονταν για την υπομονή της και ήμουν ευτυχής, που δεν το πέταξε διαλυμένο στα σκουπίδια, όταν της το πήγα για δώρο επετείου δύο ημέρες μετά την κανονική ημερομηνία μαζί με μία απολογητική κάρτα. Είχα βάλει όλο το συγγραφικό μου ταλέντο, για να πετύχω την εξιλέωση μου. Άλλωστε, και το ανέφερα στην κάρτα, έπρεπε να είχε καταλάβει μέχρι τότε, πως δεν φημιζόμουν για την καλή μου μνήμη, ιδιαίτερα σε ημερομηνίες. Ποτέ δεν κατάλαβα αν αυτή μου η αναφορά οδήγησε την κάρτα στις φλόγες του αναμένου τζακιού και ποτέ δεν είχα το κουράγιο να ρωτήσω. Ο αρκούδος τελικά επιδιορθώθηκε από μία τοπική μοδίστρα και κρατούσε πλέον συντροφιά στο μεγάλο ασημί ρολόι στο ξύλινο κομοδίνο δίπλα στο κρεβάτι.

Είχα κοιμηθεί πάλι στο σπίτι της ύστερα από ένα βράδυ γερής κραιπάλης με ποτά, τσιγάρα και ένας διάολος ξέρει τι άλλο είχαμε πάρει στο κλαμπ χτες το βράδυ. Κλασικά το κεφάλι βαρύ, αλλά αυτό που με τσάκιζε κάθε φορά ήταν το στομάχι μου. Το ένιωθα σαν θάλασσα που ανακατεύεται ασύστολα από το πλοίο της γραμμής. Μόνο που το δικό μου πλοίο αυτή τη στιγμή φάνταζε υπερωκεάνιο. Ο προσωπικός μου Τιτανικός.

Για λίγο το μυαλό μου ξεχάστηκε με αυτή τη σκέψη, γρήγορα όμως επανήλθε με κάποια καινούργια. Το συναίσθημα σήμερα έμοιαζε κάπως διαφορετικό. Η διαίσθηση μου χτυπούσε το καμπανάκι, πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Γρήγορα ο κόμπος ανέβηκε ψηλότερα από το στομάχι. Ένιωσα σαν χολή το σάλιο στο στόμα του. Αποφάσισα να σηκωθώ, να κάνω έναν γρήγορο έλεγχο, πως όλα ήταν εντάξει, και να βυθιστώ στο ζεστό κρεβάτι για την υπόλοιπη μέρα. Σκατά! Ποιον κοροϊδεύω; Ήμουν σχεδόν σίγουρος ότι τίποτε δεν θα ήταν εντάξει. Πότε πήγαινε κάτι καλά για να πάει τώρα;

Δεν χρειάστηκαν περισσότερα από τέσσερα βήματα, για να συνειδητοποιήσω πόσο δίκιο είχα. Οι γυμνές μου πατούσες υγράνθηκαν απότομα, γεγονός που έστρεψε το βλέμμα μου στο πάτωμα. «Γαμώτο!» Μια λίμνη αίματος ερχόταν από το διάδρομο. Το χέρι μου άρχισε να τρέμει. Ένιωθα κάτωχρος. Δεν θεωρούσα τον εαυτό μου θρήσκο, αλλά θα ορκιζόμουν ότι στο φοβισμένο μυαλό μου αντιλαλούσε μία θεία επίκληση. Σαν υπνωτισμένος ακολούθησα κάποια στίγματα αίματος στον δεξί πλαϊνό τοίχο του διαδρόμου. Δεν τολμούσα να κοιτάξω ξανά κάτω.

Έφτασα με δυσκολία μπροστά στην μισάνοιχτη πόρτα του μπάνιου στο τέλος του διαδρόμου. Η λαβή του χερουλιού έσταζε ανά διαστήματα κόκκινες σταγόνες στην γωνία από το λευκό χαλάκι του μπάνιου, διαταράσσοντας την μονοχρωματική αρμονία του. Πήρα βαθιά ανάσα και γράπωσα με την δεξιά παλάμη μου το χερούλι, λες και αυτό ήταν υπαίτιο για όλα αυτά. Έσπρωξα προσεκτικά την πόρτα και άρχισαν να τρίζουν οι σκουριασμένοι μεντεσέδες, δίνοντας τη δική τους μουσική πινελιά στον τρόμο του θεάματος.

5.
«Ξέρεις την Τζένη; Από πού;» ρώτησε με αυτό το πονηρό χαμόγελο, που μέσα του έκρυβε έναν αμυδρό χλευασμό.

Μία ανιαρή βραδιά ανάμεσα σε ανούσιους γνωστούς και μέτριους φίλους είχε μόλις αποκτήσει την πρώτη σπίθα ενδιαφέροντος.

Μαθήματα αστρονομίας.

Αστροκύτωμα τρίτου βαθμού. Του ήρθε αναγούλα, καθώς τελείωσε την ανάγνωση του βαρύγδουπου όρου. Περιέχονταν σε ένα μελανένιο πλαίσιο στο κάτω μέρος της κόλλας με τα αποτελέσματα των ιατρικών του εξετάσεων. Η αρχή του τέλους τον βρήκε απροετοίμαστο, παρόλο που το είχε σκεφτεί μερικές φορές στα τόσα χρόνια ζωής. Προσπάθησε να σκεφτεί κάτι αστείο, για να ελαφρύνει την φουρτούνα στο στομάχι του. Δεν τα κατάφερε. Δεν βρίσκονταν ακόμη σε αυτό το στάδιο της αποδοχής. Βρισκόταν στο στάδιο του θυμού. Του έφταιγαν όλα. Έσκισε το χαρτί και τσάκισε δυο γυάλινα διακοσμητικά στον τοίχο του σαλονιού. Δεν έβλεπε πια από τα δάκρυα. Σαν μενόμενος ταύρος, θηρίο ανήμερο διέλυσε με τυφλό μίσος, ότι μπορούσε να πιάσει στα χέρια του. Ούρλιαξε. Παρατήρησε τις ματωμένες πατούσες του από τα διάσπαρτα γυαλιά που είχε πατήσει και δεν ένιωθε τον παραμικρό πόνο. Ο κακοήθης όγκος στον εγκέφαλο δεν είχε νεκρώσει ακόμη τις αισθαντικές του ικανότητες, αυτό μπορεί να έρχονταν αργότερα. Η οργή όμως είχε μπλοκάρει τα πάντα, μέχρι και την ανάσα του για λίγο...

Έξι μήνες ζωής. Άρχισα να μετράω το παρελθόν. Πόσους έξι μήνες σπατάλησα αδρανής; Άρχισα να αραδιάζω γραμμούλες, νούμερα, γράμματα. Κατέγραψα όλες τις εν δυνάμει παράλληλες τροχιές της ζωής μου. Τότε μόνο συνειδητοποίησα, ότι αυτό έκανα πάντα. Στοίβαζα δυνατότητες και έχανα πραγματικότητες. Υπολόγιζα τι θα μπορούσα να κάνω, αλλά δεν το έκανα ποτέ. Εν ευθέτω χρόνω σκεφτόμουν. Πέταξα όλα τα γραμμένα στο τζάκι και τα μπουρλότιασα, σιχτηρίζοντας τον εαυτό μου, γιατί συνέχιζε να σπαταλάει πολύτιμο πλέον χρόνο, ιδιαίτερα τώρα που είναι συνειδητά πεπερασμένος. Αργότερα, σκέφτηκα ότι πάντοτε ήταν πεπερασμένος, απλά η γνώση πια του τέλους σαν να τον συντόμευε και ταυτόχρονα του έδινε μεγάλη αξία. Φαντάστηκα πόσο διαφορετικός θα ήταν ο κόσμος, αν με το που γεννιόταν κάποιος, μάθαινε πότε θα πεθάνει. Πόση αξία θα αποκτούσε η ενδιάμεση ζωή;

Δεν θα έκανα σε έξι μήνες, όσα δεν έκανα στα 32 χρόνια της μάταιης, όπως αποδείχτηκε, παρουσίας μου σε αυτόν τον κόσμο. Το να το προσπαθήσω θα ήταν ακόμη πιο μάταιο, έως απογοητευτικό. Θα μπορούσα να ταξιδέψω, να γεμίσω θεάματα και ηδονές. Να γευτώ πράγματα, που δεν έχω καν ιδέα πώς να περιγράψω. Να ζήσω την ζωή χωρίς τους περιορισμούς, που σου επιβάλλει το άγνωστο χρονικά τέλος. Όταν δεν φοβάσαι να πεθάνεις, με την έννοια ότι δεν περνάει πια από το χέρι σου ο τρόπος και ο χρόνος, μπορείς να ζήσεις ελεύθερος. Μπορείς λίγο πολύ να κάνεις ότι ονειρεύεσαι, ακόμη και αν είναι κοινωνικά ανήθικο ή λανθασμένο. Η κοινωνία χάνει την εξουσία της τιμωρίας στον άνθρωπο και μένει μόνο η αρχαία "αιδώς" να αποτελεί το μόνο ηθικό όριο. Δεν ήθελα τίποτα από όλα αυτά, μου φαίνονταν τόσο εφήμερα και σε ανθρώπινο επίπεδο ματαιόδοξα. Μόνο μία στιγμή απόλυτης ολοκλήρωσης μου έφτανε. Ναι, αυτό μου έλειπε.

Πρώτες χημειοθεραπείες πριν την εγχείρηση. Το μούδιασμα μετά τις ενδοφλέβιες ενέσεις χειροτέρευε την ψυχολογία μου. Μέχρι την γνωριμία μου με τον προάγγελο του τέλους θεωρούσα τον εαυτό μου ένα είδος "επιδιορθωτή". Έψαχνα να βρω λύση για κάθε πρόβλημα, για κάθε σπασμένο γεγονός στην ζωή μου. Έπρεπε να το φτιάξω, έπρεπε να επιδιορθώσω κάθε λαθεμένη ή κακή κίνηση, ιδιαίτερα αν αποτελούσε mea culpa. Συχνά, λοιπόν, καθώς η έννοια της τύχης δεν λειτουργούσε και πολύ σωστά στην καθημερινότητα μου, έφτανα να παλεύω ακόμη και για τα απλά. Δεν γνωρίζω αν κάποιος "τυχερός", για παράδειγμα, θα κατάφερνε να πάει στο πιο σημαντικό επαγγελματικό ραντεβού στην ώρα του, χωρίς να τελειώσει η βενζίνη την ημέρα που συμπτωματικά έχουν απεργία τα ταξί και χωρίς να πρέπει να σχεδιάσει την πιο γρήγορη και τυχερή απο καθυστερήσεις διαδρομή με τα μέσα μαζικής συγκοινωνίας. Κάθε εμπόδιο για καλό όμως. Έρχεσαι σε εγρήγορση και ψάχνεις λύση για τα πάντα. Τι γίνεται, λοιπόν, όταν δεν μπορείς να επιδιορθώσεις κάτι; Καταλαβαίνεις τη μικρότητα του ανθρώπου στο σύμπαν και πέφτεις σε κατάθλιψη. Αυτό συνέβη με την Άννα.

Το συνοθύλευμα χρονικής παραφωνίας, παρεξηγήσεων και προσωπικών διαφορών έσπασε την σύνδεση. Δυόμιση χρόνια μετά τον κεραυνό, που με βρήκε εν αιθρία, όταν την πρωτογνώρισα, μάζεψε ένα πρωί τα πράγματα της και βγήκε από την ζωή μου. Έβγαλα την εργαλειοθήκη μου, αλλά κανένα εξάρτημα δεν ταίριαζε. Οι ρωγμές ήταν μόνιμες και η καρδιά μου σαράβαλο πια, ανίκανη να νιώσει τόσο δύνατα. Οξύμωρο ότι χτυπήθηκα στο μυαλό τελικά και η καρδιά μου, έστω και ραγισμένη, συνέχισε να χτυπά. Ο επιδιορθωτής χτυπήθηκε ανεπανόρθωτα. Ανεπαρκής πια παράδερνε πηγαίνοντας από την μία αποτυχία στην άλλη, διογκώνοντας το πρόβλημα του. Η μοναξιά μου χτυπούσε την πόρτα λίγο μετά την τρίτη δεκαετία μου και έφερνε μαζί της μαυροφορεμένη παρέα. Ήξερα πια ότι θα της το ζητούσα, όσο δύσκολο και αναξιοπρεπές αν ήταν.

Δύο μέρες πριν την εγχείρηση. Χτύπησα το κουδούνι. Χάρηκε που με είδε και δεν έκανε κανένα σχόλιο για το μάλλινο σκούφο μέσα στον ανοιξιάτικο καιρό. Με αγκάλιασε φιλικά και με κάλεσε στο εσωτερικό. Το σαλόνι ήταν ενιαίο με την κουζίνα και έτσι μπορούσα να την παρατηρώ, όσο έψηνε τον καφέ μου. Τα βαθυπράσινα μάτια της παρέμεναν το ίδιο γοητευτικά, παρόλο που τα χρόνια είχαν κάπως σημαδεύσει το πρόσωπο της. Ένιωσα τα ενδότερα να σκιρτούν, όπως τότε παλιά. Ένα άγχος με διαπέρασε. Ήμουν ακόμη ερωτευμένος μαζί της και το στομάχι μου δεν έχανε ευκαιρία να μου το υπενθυμίζει ανα διαστήματα. Μετά απο μερικές τυπικότητες, της το ξεφούρνισα, βγάζοντας παράλληλα το σκούφο, θαρρείς και ήθελα να αποδείξω την αξιοπιστία του νέου περί του εκφυλισμού μου. Πόνεσε πολυ. Προσπάθησε έντονα να κρύψει τα δάκρυα της για να μην με αποθαρρύνει, αλλά δεν τα κατάφερε. Με αγκάλιασε παρηγορητικά. Βρήκα το θάρρος να προχωρήσω στο σημαντικότερο κομμάτι της επίσκεψης.

Σάστισε για τουλάχιστον πέντε λεπτά, χρόνος που μου φάνηκε μια αιωνιότητα λόγω της τεράστιας αμηχανίας. Με κοιτούσε με γουρλωμένα μάτια και δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη. Δεν την κατηγορώ, ήταν η φυσιολογική αντίδραση. Ξαφνικά εμφανίζεται χρόνια μετά ένας άνθρωπος και σου ζητάει για δύο μέρες να είσαι ερωτευμένη μαζί του, γιατί αυτές μάλιστα είναι κατά πάσα πιθανότητα οι τελευταίες της ζωής του. Όταν βρήκε την συνείδηση της, με ρώτησε πώς ακριβώς το είχα στο μυαλό μου, τι περίμενα από αυτήν. Της εξήγησα. Θα ήθελα τις επόμενες δύο μέρες να επιστρέψουμε στις δύο πρώτες μέρες που ήμασταν μαζί. Ερωτευμένοι, χωρίς τσακωμούς, ηλίθια μπερδέματα και χρονικές παρενέργειες. Δύο τέλειες μέρες μαζί της. Μετά δεν θα την ξαναενοχλούσα αναγκαστικά. Θέλησε να το σκεφτεί εκείνο το βράδυ. Μου τηλεφώνησε αργά λίγο μετα τα μεσάνυχτα. Θα περνούσα να την πάρω το άλλο πρωί και θα κάναμε ότι ήθελα.

Μισή ώρα πριν την εγχείρηση. Μου σφίγγει το χέρι, ενώ οι γιατροί κάνουν τις τελευταίες προετοιμασίες. Οι τελευταίες μέρες ήταν οι καλύτερες της ζωής μου. Περπατήσαμε μιλώντας και γελώντας αρκετές ώρες, πήγαμε για ψάρεμα και ανάψαμε φωτιά το πρώτο βράδυ και κοιμηθήκαμε στο δάσος, κοιτώντας τα άστρα. Που και που κάποιο πεφταστέρι έπεφτε στην αντίληψη μας και ξεκινούσαμε τις ευχές. Της είπα ότι δεν μπορώ να ευχηθώ κάτι παραπάνω από όσα είχα εκείνη την στιγμή. Ένιωθα ότι ήμουν ο βασιλιάς του κόσμου. Δεν σκεφτόμουν τίποτα άλλο. Ήταν σαν ο θάνατος να με οδήγησε σε εκείνη και μόνο για αυτό δεν ήθελα να τον αποφύγω πλέον. Δεν με ένοιαζε. Τα είχα ζήσει όλα. Μου χαμογέλασε και με αγκάλιασε σφιχτά. Φιληθήκαμε παθιασμένα και κάναμε έρωτα με τις φλόγες να δημιουργούν τρεμάμενες σκιές στα φλογερά κορμιά μας.

Δύο χρόνια αργότερα. Κοιτάζω τα άστρα και βλέπω το χαμόγελο σου. Ακόμα, θυμάμαι τα σχόλια των γιατρών, ότι δεν έχουν ξαναδεί πιο χαμογελαστό και ήρεμο ασθενή, ιδιαίτερα για τέτοιες κρίσιμες επεμβάσεις. Από σένα πήρε ο μικρός, λένε, την γλυκύτητα στο πρόσωπο. Του μιλάω από τώρα για σένα. Προσπαθώ να του μάθω να μην χάνει το χρόνο που του δόθηκε, γιατί μπορεί να αποδειχτεί λίγος. Του αρέσει κιόλας να παίζει με παιδικά εργαλεία και να φτιάχνει πράγματα. Καμιά φορά τα βράδια με πιάνουν κλάματα, όταν σκέφτομαι τι χάσαμε και πόσο μου λείπεις. Μετά μπαίνω στο ημιφώτιστο δωμάτιο του μικρού με τα πολύχρωμα αχνά φώτα. Με κοιτάει και βλέπω την λάμψη των ματιών σου στο βλέμμα του.

Και τότε ξέρω. Έστω και αργά, κάταφερες να επιδιορθώσεις το ράγισμα.

Connected.

Περίεργο, αλλά τα γυάλινα αντίγραφα σου σε διάφορες πόζες δεν μου προκάλεσαν το παραμικρό ενδιαφέρον. Αντιθέτως, σαν να σε πάγωσαν μου φάνηκε, σταματώντας κάθε γωνία σου και κάθε στίγμα σου, δίνοντας μου την ευκαιρία να παρατηρήσω την λαθεμένη κατασκευή. Προσπαθούσα να εντοπίσω τις ομοιότητες με το υπέροχο πλάσμα μπροστά μου. Η ζωντάνια και η αέναη στιγμιαία αλλαγή των σημείων του δέρματος σου, καθώς σε παρατηρούσα, σμίλευαν ένα τέλειο πρόσωπο και οι σκιές κατάφερναν να σου δώσουν την γλυκύτητα, που το στιλπνό άγριο φως σου στερούσε, ώστε να μπορέσει να σε αποθανατίσει σωστά.

Θα μπορούσα να σου μιλάω για ώρες, να σε κάνω να γελάσεις, για να αντικρύσω το ξεχωριστό φωτεινό σου βλέμμα και τα έντονα σουφρωμένα χείλη σου, αλλά οι ηλεκτρικές λέξεις παραμένουν πάντα λείες και άρτιες. Δεν ξεθωριάζουν, δεν ζαρώνουν και δεν φωτίζουν, όπως εκείνη η λάμψη στο βλέμμα σου ή εκείνη η μικρή ρυτίδα στο χαμογελαστό σου μέτωπο. Αυστηρά τακτοποιημένες σε σειρές, δειλιάζουν να ξεμυτίσουν και παραμένουν άλαλες και άβιες να με παρατηρούν. Κάποτε παύουν. Ο καθωσπρεπισμός τους και η αχρωμία τους μας στερούν την έμπνευση.

Μετατρέπουν την χημεία σε ηλεκτρισμό. Το αντίγραφο αδυνατεί να φτάσει την αίγλη του πρωτότυπου, την έξαψη της επαφής. Απλά εκδίδει σε μαζικές κόπιες ένα υποκατάστατο. Ακόμη να συνηθίσω την ταμπλέτα φαγητού, Μου λείπει η υφή, η όψη, η ηδονή της βρώσης. Καταπίνω το χάπι και έχω μόλις καταβροχθίσει μια μπριζόλα, προτού καν προλάβω να κουνήσω τους σιελογόνους μου. Η σάρκα λιπάνθηκε με το απαραίτητο καύσιμο, το μυαλό και η ψυχή όμως εμμένει στην ανισορροπία της. Ίσως, γιατί θυμάται παλιά. Αυτό το παλιά που αρχίζει να μην υπάρχει τίποτα πια που να το θυμίζει.

Τουλάχιστον, για τα απτά πράγματα, όπως το φαγητό, έχεις και ένα οπτικό ολόγραμμα για να σου θυμίζει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία τους. Πώς διατηρείς όμως ένα συναίσθημα, όπως η προσωπική επαφή, που δεν υπάρχει κάτι απτό να στο θυμίζει. Ένα συναίσθημα συντηρείται ουσιαστικά μόνο μέσω της αναβίωσης. Θυμόμαστε μόνο ειδάλλως την συγκεκριμένη στιγμή που το νιώσαμε. Ένιωσα ευτυχισμένος ΟΤΑΝ... Αυτή η χρονική περιγραφή του συναισθήματος, που συνήθως συνάδει μαζί με την αιτίαση. Προσπαθούμε με χρόνους και λόγους να περιγράψουμε κάτι που δεν μπορεί να περιγραφεί με λέξεις. Τι γίνεται όμως αν αυτό το συναίσθημα δεν ξανασυμβεί; Αιτίες και γεγονότα δεν θα μπορούν να μας περιγράψουν κάτι που δεν θυμόμαστε πώς είναι. Θλιμμένη νοσταλγία στους εναπομείναντες α- μνησιακούς.

Το οξυγόνο ειρωνικά φθείρει τα ηλεκτρονικά εξαρτήματα και αυτά για να το εκδικηθούν ρούφηξαν όλο το δικό μου αέρα. Αποδρώ καταπιεσμένος στην φύση. Δεν αντέχω. Παίρνοντας βαθιά ανάσα ψάχνω μια ζώσα ψυχή τριγύρω, θέλω να νιώσω την επαφή. Η κρίση αφύπνισης με βρήκε μάλλον μόνο. Το γυαλί νίκησε το δέρμα, αυτή τη φορά όμως το κατακρεούργησε αναίμακτα. Από χώμα ο άνθρωπος, από άμμο το γυαλί, τι πιο φυσικό να συνδέονται.

Ψαύεις απαλά το γυάλινο χέρι μου, ραγίσματα σημαδεύουν την στιλπνή επιφάνεια. Χους ει και εις χουν απελεύσει σκέφτομαι, πριν με παρασύρει ο άνεμος στο επινίκιο ταξίδι. Με το άγγιγμα γκρεμίζω τους γυάλινους γίγαντες σας, σαν άλλος σαλεμένος Δον Κιχώτης. Σας παρασέρνω σε παλιές θύμησες της αυθόρμητης τρανταχτής παρέας. Κοιτάζω ξάφνου πίσω και η ζέστη ξαναζέχει την άμμο, νέοι γίγαντες ανυψώνονται από ισχυρότερο υλικό.

Χαμογέλασε και άγγιξε τους. Αν γίνουν χίλια κομμάτια, αποθεοποίησε τους. Τότε μόνο θα ζήσεις το ταξίδι ελεύθερος.

Το μαύρο χτικιο.

Η ανάσα του συρίζει στα αυτιά σου, καθώς διασχίζει τις μικρές χαραγμές του ανασφάλιστου παράθυρου. Κοιτας και δεν το βλέπεις. Η αόρατη απειλή του, το κάνει ακόμη πιο τρομακτικό. Το τρίχωμα στο δέρμα σου ανασηκώνεται και ανατριχίλες κάνουν διαδρομές στην σπονδυλική σου στήλη. Φωνές στοιχειώνουν τα αυτιά σου. Ασφάλισε τα παράθυρα. Κλείδωσε τις πόρτες. Γελόυσες δυνατά με τους μικροαστικούς τους φόβους. Ζούσες εγωκεντρικά: ότι δεν υπόκειται στην δική σου ακοή και όραση, δεν υφίσταται. Υποδέξου τώρα, λοιπόν, τον νέο σου φίλο και μη δακρύζεις.

Τώρα που μπήκε στο σπίτι σου, κάθεται δίπλα σου και φωτογραφίζει την ψυχή σου. Τώρα που πέρασε στην ύπαρξη, αρχίζει να παίρνει διάφορες ιστορικές μορφές της διαδρομής σου μέχρις εδώ. Όλοι σε κοιτούν και σου χαμογελούν σκωπτικά. Σε κατηγορούν σιωπηλά για κάτι. Κάθε χωμάτινη μορφή παίρνει σάρκα για ελάχιστες στιγμές μπροστά σου και σε κοιτάζει στα μάτια. Τα ανείπωτα ερωτήματα των ματιών είναι πιο σκληρά από τα καλωπισμένα ερωτήματα της γλώσσας. Γιατί άνοιξες την πόρτα στις μορφές αυτές, ήθελες τόσο να τις δεις; Σου έλεγαν, ότι αν τις δεις, ίσως να είναι το τελευταίο ζωντανό πράγμα, που θα αισθανθείς. Σε προειδοποιούσαν να προσέξεις. Η αντίδραστικότητα πάντα στο αίμα σου, όμως, ήθελες να τα βιώσεις όλα αλόγιστα. Ξέχασες τους περιορισμούς της φθαρτής ανθρώπινης φύσης. Τελευταιά στάση του νέου σου φίλου, η δική σου μορφή...

Σε κοιτάει ειρωνικά, με ένα ψέυτικο χαμόγελο. Ο χρόνος αρχίζει να περνάει γρήγορα για το ολόγραμμα σου. Ζαρώνει, σκουραίνει και σαπίζει το δέρμα. Νεκρά κύτταρα γεμίζουν τον αέρα. Ασπρίζουν τα μαλλιά και θολώνουν τα μάτια. Ρωγμές ξεσκίζουν την σάρκα. Αέρας σηκώνεται στο δωμάτιο και στροβιλίζει τα συντρίμια του κορμιού σου. Μένει μόνο μια λάμψη. Σε τυφλώνει και χρησιμοποιείς την παλάμη σου για να προστατέψεις τα μάτια σου. Πονάνε απίστευτα. Τα τρίβεις με τα δυο σου χέρια, για να μειώσεις τον πόνο. Νιώθεις σαν εκατομμύρια καρφίτσες να σε τρυπάνε εσωτερικά. Αίμα τρέχει από τις κόγχες σου. Τα χέρια σου αρχίζουν να ερεθίζονται. Τα τρίβεις, αλλά αυτό κάνει τον ερεθισμό ακόμα μεγαλύτερο. Καταρρακώνεις τις σάρκες σου, τρίβοντας τες στις αιχμηρές επιφάνειες του δωματίου. Και τότε τελειώνει ο αέρας. Κάτι εμποδίζει το αναπνευστικό σου σύστημα. Νιώθεις την θερμοκρασία στο κεφάλι σου να ανεβαίνει και παλεύεις να αναπνεύσεις. Το οξυγόνο τελείωσε. Σωριάζεσαι αιμόφυρτος στο πάτωμα σε εμβρυική στάση. Φεύγεις στην ίδια στάση που ήρθες.

"Καρδία μου;;; Καρδία μου, με ακούς; Σε παρακαλώ...απάντησε μου!"

Οι σπαρακτικοι λυγμοί της δεν μπορούν να φτάσουν πλέον στα αυτιά σου. Ήταν εκεί και σε κοιτούσε να σβήνεις. Καρδιοχτυπούσε σε κάθε σου κίνηση. Λύγιζε σε κάθε σου σπασμό. Είναι η αιτία, που συνεχίζεις να υπάρχεις, σαν ανάμνηση μέσα της. Αν ζούσες μόνος, θα χανόσουν αμέσως στο άπειρο. Είναι η μόνη γιατρειά για το μαύρο χτικιό, έστω και εφήμερη.

Της φωνάζεις να σφαλίσει τα παράθυρα, να κλειδώσει καλά, το μαύρο χτικιό δεν είναι μακριά. Λυπάμαι, μα δεν σε βλέπει, ούτε μπορεί να σε ακούσει. Εσύ έγινες για αυτή τώρα, το μαύρο χτικιό.

Ανθρωπογονία.

Η δυσωδία της σωματικής ύπαρξης του άγγιζε συχνά το ναδίρ, σε σημείο που τα γαστροοισοφαγικά υγρά του συχνά πάλευαν να μολύνουν το "καθαρό" εξωτερικό περιβάλλον με την παρουσία τους,όταν η μύτη του εστίαζε στην καταφορά του αυτή. Δεν τον απασχολούσε, αντιθέτως τον ηδόνιζε. Διασκέδαζε σαδομαζοχιστικά να βλέπει την μπόχα αυτή να αφυπνίζει πάθη, μίση, όικτο και να καταρρίπτει τον υποκριτικό κοινωνικό καθωσπρεπισμό. Μερικές φορές οι αντιδράσεις θύμιζαν παλιές σλαπστικ κωμωδίες, με τα ενοχλημένα πλήθη να προβαίνουν σε καρικατούρικες αντιδράσεις, όπως το να κάνουν αέρα με το χέρι στην μύτη τους και να βαριανασαίνουν ανα λίγα δευτερόλεπτα, παίρνοντας εκατο διαφορετικές γκριμάτσες ενόχλησης. Σατιρικό στοιχείο, αρνητικά συναισθήματα να αποδεικνύουν τελικα ότι υπάρχει ακομη κάτι μέσα μας. Δεν έχουν αποχαυνωθεί όλα.

Δακρυσμένη η σημερινή νύχτα, αλλά τα θεία δάκρυα είναι λίγα να ξεπλύνουν τα ανομήματα και τις μύχιες σκέψεις του. Κατσαρώνουν τα ολόμακρα μαλλιά του. Κάποια βιβλική φιγούρα του θυμίζει η μορφή, που αντανακλούν οι καθρέπτες στο πέρασμα του. Δεν μπορεί να εστιάσει ποια, αν και ξέρει ότι έχει να κάνει με την αισθητική μείξη μακριού μαλλιού, γενιάδας και βαθυμπλέ χρώματος στα μάτια. Ένας μεσίας τριγυρίζει, λοιπόν, στα μελαμψά δρομάκια της πόλης. Φαντάστηκε την αντίδραση των θρησκόληπτων να τον κυνηγούν με γιαταγάνια και δάδες. Παλιές εποχές ακόμα και αυτές. Οι σύγχρονοι γυάλινοι άνθρωποι θα τον μεταμόρφωναν αμέσως σε νέο μηχάνημα παρασκευής ανούσιου χαρτιού. Από τον Άννα στον Καϊάφα. Βιβλικό χιουμοράκι.

Ήταν άκαπνος απο το πρωί. Είχε προσπαθήσει να κάνει τράκα απο κάποιους περαστικούς, αλλά ηταν απο τις αναθεματισμένες μέρες, που κανείς δεν κάπνιζε. Όσο η έλλειψη αγριέυε το βλέμμα, τόσο ερχόταν στην επιφάνεια η κοινωνική μισαλλοδοξία των ανθρώπων, δυσχεραίνοντας την ικανοποίηση του, που τις τελευταίες ώρες είχε καταντήσει πια επιτακτική ανάγκη. Του γύριζε το μυαλό. Είχε συνδέσει ασυνείδητα τις ιαχές στην στομαχική του κοιλότητα με την ηδονή της τζούρας. Είχε να φάει κανονικά σχεδόν είκοσι ώρες, όταν κάποιος του είχε προσφέρει ένα μισοφαγωμένο σάντουιτς, πετώντας το φιλάνθρωπα στον κάδο των αχρήστων λίγα βήματα μπροστά του. Τον ευχαρίστησε στην βραδινή του προσευχή για αυτή την καλοκάγαθη και ανιδιοτελή προσφορά. Την προτιμούσε από αυτούς που τους τραβούσε την προσοχή, λίγοι είχαν καθαρό βλέμμα και καθαρά χέρια. "Ένα τσιγάρο ρε φίλε θέλω...!"

Για ποια το έχεις γράψει;
Για εκείνη.
Ακόμα ρε φίλε;
Με άλλαξε. Της χρωστάω.
Καλό ή κακό;
Δεν ξέρω τέτοια λόγια. Κάθε αλλαγή για μένα είναι κάτι σημαντικό. Ακόμα και αν μου φέρνει δάκρυα και πόνο. Αλλάζω, αρα υπάρχω. Πεθαίνω στάσιμος.
Όποτε παίζεις, συννεφιάζεις φίλε. Δεν ξέρω, αν θα 'θελα κάτι τέτοιο.
Είναι μάταιο, αλλα αυτές οι χορδές την φέρνουν πάλι εδώ. Αν μπορούσα θα έπαιζα τις συγχορδίες αυτές μέχρι θανάτου.
Γιατί δεν της το λες;
Δεν μπορείς να μιλήσεις σε μία εικόνα. Αυτό ονειρεύομαι, αυτό μου λείπει... η εικόνα της. Η ίδια μπορεί να κατέστρεφε τα πάντα... και πάλι.
Περίμενε. Το ίδιο σκοτάδι είδα στα μάτια σου πριν λίγο. Πέρασε από εδώ, έτσι δεν είναι;
Όχι αυτή που βλέπω μέσα μου. Μία έκλαμψη της. Δεν με αναγνώρισε. Είδε αυτό που περίμενε να δει. Όχι αυτό που πραγματικά έβλεπε. Άκου τη μουσική φίλε. Ταξίδεψε. Μην την σκορπάς με λόγια...

Ένας μεγάλος συγγραφέας θεωρούσε το διάστημα ανάμεσα στον ερχομό στην ζωή και τον θάνατο ως το φως ανάμεσα σε δυο σκοτάδια και τον έρχομο ταυτόχρονα και αρχή του τέλους. Ποιο το νόημα λοιπόν αυτού του φωτός; Η ελευθερία απαντάω. Νομίζεις ότι είσαι καλύτερος από μένα. Εγώ έχω σπάσει τα δεσμά. Ακούω την μουσική και ταξιδεύω. Γυρνάω στους δρόμους και χορταίνει το μάτι μου. Νιώθω το κρύο της φύσης και αισθάνομαι ζωντανός. Ερωτεύομαι, γίνομαι κομμάτια και διαλύομαι στο άπειρο. Ζω μόνο για την εμπειρία της στιγμής, χωρίς να με νοιάζει το μετά. Ξέρω ότι είμαι χώμα, δεν προσπαθώ να γίνω τρεχούμενο νερό. Δεν μένω όμως στην γλάστρα. Ασφυκτιώ. Αφήνω τον άνεμο να με παρασύρει στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, να με διαλύσει στον βράχο. Αφήνω την βροχή, να με κάνει λάσπη, να ενώσει και πάλι τα κομμάτια μου. Αφήνω τον ήλιο να με στεγνώσει, να με συνεφέρει με την ζέση του.

Ποτέ δεν θα κερδίσεις την αθανασία έτσι, φίλε.
Το ποτέ ακούγεται πολύς καιρός, αλλά το ξέρεις πως στην πραγματικότητα δεν διαρκεί ούτε στιγμή.
Πώς θα θυμούνται οτι υπήρξες;
Αιώνιες ανθρώπινες μικρότητες. Άκου αυτή την μελωδία. Την στέλνω στην αιωνιότητα, με ένα συναίσθημα χαραγμένο στις νότες τις. Κάπου, κάποτε αιώνες μακρυά, κάποιος θα παίξει την μελωδία και θα νιώσει, όπως νιώθω εγώ τώρα. Δύο κόκκοι άμμου θα αγγίξουν το άπειρο και θα γίνουν ένας.

Μάθε να ακούς τη μουσική φίλε και η αιωνιότητα είναι δική σου.

Απομνημόνευση.

Στο κρεβάτι είδε την γιαγιά της ξαπλωμένη, με το σκουφί της τραβηγμένο πολύ, κι ένα βλέμμα ιδιαίτερα παράξενο.

"Ω, γιαγιά!", είπε," τι μεγάλα αυτιά που έχεις!"

Η περίεργη ανάμνηση την βρήκε να βαδίζει ανέμελα στο ημισούρουπο. Πρέπει να είχε περιδιαβεί αυτά τα σκουρόχρωμα δάση μικρή, αλλά δεν είχε την παραμικρή συνειδητή εικόνα στο μυαλό της. Μόνο ένα αμυδρό αίσθημα οικειότητας. Μιας οικειότητας που επ' ουδενί δεν της ήταν ευχάριστη. Το στομάχι της ήδη ταλαιπωρούσαν παρωδικοί σπασμοί, ευτυχώς μικρής έντασης. Τα πρώτα ανεπαίσθητα σημάδια της καταιγίδας. Κάτι είχε συμβεί σε αυτο το δάσος. Κάτι που είχε απωθήσει βαθιά μέσα της. Κάτι που είχε γυρίσει για να την στοιχειώσει.

"Μα, γιαγιά, τι μεγάλα μάτια που έχεις!"

Ένα ζευγάρι μελιά μάτια εμφανίστηκαν μπροστά της. Άγνωστος ο κάτοχος τους, αλλά έκρυβε κάτι το γοητευτικό. Αυτή η αίσθηση του πονηρού στο βλέμμα, της τραβούσε πάντα το ενδιαφέρον. Οι επιλογές της ακλόνητα σχεδόν οδηγούσαν συνήθως σε αδιέξοδο. Ανέκαθεν, όμως, θαρρείς και ήταν προγραμματισμένη να παίρνει τον λαθεμένο δρόμο. Τόσο που έτεινε πια να πιστεύει, πως αν έπαιρνε το σωστό δρόμο, η ζωή της θα έχανε κάθε νόημα. Θα βαριόταν αφόρητα μέχρι θανάτου. Όχι! Τα καλοπροαίρετα μάτια είναι για τα παραμύθια και είχε μεγαλώσει πολύ πια για να πιστεύει σε αυτά. Αυτή την λάμψη θέλω, που κάτι κρύβει πίσω της.

"Γιαγιά, τι τρομακτικά μεγάλο στόμα που έχεις!"

Νέα ασυναρτησία εικόνας και ήχου. Τα χείλη, που έβλεπε στην μνήμη της, ήταν ζουμερά και ημισαρκώδη. Τα συνόδευε ένα θελγηματικό πηγούνι. Κάτι στην όλη εικόνα της χτυπούσε το καμπανάκι του κινδύνου, αλλά μόνο διαισθητικά προς το παρόν. Δεν μπορούσε να συμπεράνει, τι έσφιγγε όλο και περισσότερο το στομάχι της. Κάποια προειδοποίηση, θαμμένη στην ψυχή της, αμυδρές μεμψιμοιρίες ψέλιζε. Δεν μπορούσε να βγάλει κανένα νόημα. Ο ήλιος έδυε πίσω από τις φυλλωσιές και το ελάχιστο φως από τις ασύμμετρες σχισμές γεννούσε νέους φόβους.

"Αχ, πόσο φοβήθηκα! Τι σκοτεινά που ήταν μέσα στον λύκο!"

Ψηλάφισε σκωπτικά τον κορμό του δέντρου. Είχε βρέθει γρήγορα πεσμένη στα γόνατα, όταν πανικοβλήθηκε ξαφνικά και άρχισε να τρέχει άσκοπα προς κάποια κατεύθυνση, που ενστικτωδώς ονόμασε "πίσω". Η ενοχλητική υφή του κορμού, σε αυτήν την περίπτωση πρόσφερε μια περίεργη ανακούφιση. Είχε ένα πρώτο σημείο αναφοράς. Τώρα, που τα μάτια της κατόρθωσαν να προσαρμοστούν στο βαθύ σκοτάδι και να της προσφέρουν αμυδρά σχήματα, ένιωσε ενοχές για τον ανεξέλεγκτο πανικό. Παρόλο που ένιωθε όμως ασφαλής, οι πόνοι στο στομάχι της είχαν γίνει αφόρητοι πια. Με μεγάλη δυσκολία κατάφερνε να σταθεί, χρησιμοποιώντας ως υποστηρίγματα κάθε είδους άγνωστα και σκοτεινά φυτά και δέντρα. Ξαφνικά ένιωσε την ζεστασιά του δάσους, σαν την ζεστασιά της μητέρας της, όταν ήταν μικρή και πάσχιζε να στηριχτεί για να περπατήσει. Τότε που μπορούσαν να αντέξουν η μία την άλλη για παραπάνω από πέντε λεπτά, χωρίς να αρχίσουν τις φωνές, τις υστερίες ή την θανατερή σιωπή.

Η κοκκινοσκουφίτσα μάζεψε γρήγορα πέτρες και γέμισε την κοιλιά του λύκου. Όταν ο λύκος ξύπνησε ήθελε να ξεφύγει, αλλά οι πέτρες ήταν πολύ βαριές και ο λύκος έπεσε νεκρός.

Ανακατώστρα θλίψη την έκανε να κραυγάσει. Παράξενα καμώματα φέρνει αυτό το δάσος και ανάστροφες οι θύμησες έρχονται στο μυαλό της. Σαν να νιωσε πως έχασε αυτό που αναζητούσε. Μα, λάμπουν τα μάτια του στο σκοτάδι, γυαλιστερό το ασπράδι τους, δύσκολα το λαθεύεις. Τρέχει και τον αγκαλιάζει. Πραγματικός, φανταστικός αλήθεια δεν γνωρίζει. Πριν λίγο κοίτονταν νεκρός από δικό της λάθος. Προσηλώνεται για λίγο στα μάτια του. Μεγεύεται. Απωθεί ότι κακό της είχαν προξενήσει.

"Τι υπέροχα μελιά μάτια..."

Με το που το είπε αυτό, ο λύκος ορμάει με ένα σάλτο και την κάνει μια χαψιά!